Δείτε ζωντανά την ιστορία του τόπου

Αρχαιολογικοί Χώροι

Γρεβενά

Ανασκαφές στο Καστρί - Αρχαία πόλη

Η ανασκαφή στην περιοχή Καστρί Γρεβενών, ανάμεσα στα χωριά Πολυνέρι και Αλατόπετρα της βορειοανατολικής Πίνδου έφερε στο φως μια οχυρωμένη πόλη της αρχαίας χώρας των Τυμφαίων. Παρά τη δυσκολία των ανασκαφών εξαιτίας της δύσβατης περιοχής, της αλλοίωσης των ευρημάτων λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών στην περιοχή και των πιιθανών λιθοκλοπών, με την ανασκαφή αποκαλύφθηκαν τα λείψανα μιας οργανωμένης ακρόπολης.

Τα ευρήματα αποκαλύπτουν την ύπαρξη αρχαίου ναού στην περιοχή καθώς και άλλων μνημεωδών κτίρια, χτισμένα με τέτοιο τρόπο που αποδεικνύουν ότι επρόκειτο για οργανωμένη πόλη. Στην πρώτη συστηματική έρευνα στην περιοχή αυτή βρέθηκαν τα ίχνη του μεγαλύτερου μέχρι τώρα ναού στη Μακεδονία από την κλασική περίοδο, ενώ φέτος βρέθηκαν και τμήματα του τείχους της Ακρόπολης, όπως και τμήματα ενός ακόμη οικοδομήματος και η μία στοά με δωρικούς κίονες. Η άποψη αυτή ενισχύεται με τα κεραμικά και άλλα αντικείμενα που βρέθηκαν κατά τις ανασκαφές. Η κατασκευή των κτιρίων τοποθετείται χρονικά από τα τέλη του 4ου ως τις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ., ενώ η καταστροφή τους υπολογίζεται πως πραγματοποιήθηκε γύρω στο 150 π.Χ.Φυσικά οι μέχρι τώρα ανακαλύψεις έχουν και ιστορική σημασία, καθώς “φωτίζεται” ένα σημαντικό γεγονός για τη γνώση της ιστορίας στη Μακεδονία. Η μέχρι τώρα βιβλιογραφία αναφέρει ότι προς την περιοχή αυτή υπήρχε η λατρεία ενός ιδιαίτερου πατρογονικού Δία, που ίσως με τη συνέχιση των ανασκαφών θα γνωρίσουμε τελικά αν ο ναός, τα ίχνη του οποίου βρέθηκαν στο Καστρί, ανήκει στον συγκεκριμένο "Ζευ τον Δειπάτυρο".


 

Καστοριά

Νεολιθικός οικισμός Αυγή

Ένα χωριό γεωργοκτηνοτρόφων της 6ης και 5ης χιλιετίας ερευνάται στην αγροτική και λοφώδη περιοχή της Αυγής, 7 χλμ νότια από το Άργος Ορεστικό (Εικ. 1). Η αρχαιολογική έρευνα της θέσης άρχισε το 2002 και πραγματοποιείται από τη ΙΖ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων - ΥΠΠΟ με υπεύθυνη και επικεφαλής πολυμελούς επιστημονικής ομάδας την αρχαιολόγο Δρα Γεωργία Στρατούλη.

Ο νεολιθικός οικισμός της Αυγής ιδρύθηκε πριν από 7500 χρόνια (~5650 π.Χ.). Στη διάρκεια των περίπου 1000 χρόνων ζωής του αναπτύχθηκε avgi 03σε επιφάνεια 50-60 στρεμμάτων και περιβαλλόταν από τάφρους.
Στο τοπίο της θέσης (υψόμετρο 740 μ.), που ήταν πλούσιο σε υδρορέμματα, κυριαρχούσαν δάση από βελανιδιές και μαύρη πεύκη και ακόμη υγρόφιλη βλάστηση (π.χ. ιτιές, φτελιές). Το περιβάλλον ευνοούσε την καλλιέργεια δημητριακών και οσπρίων, όπως σιτάρι, λαθούρι, φακή, καθώς και τη βοσκή οικοδίαιτων. Ακόμη, τη συλλογή καρπών και φρούτων (π.χ. σύκα, βατόμουρα, κράνα), το κυνήγι και το ψάρεμα, αλλά και την προμήθεια πρώτων υλών για δόμηση (οικήματα, φούρνοι) και κατασκευή εργαλείων και σκευών (π.χ. μυλόλιθοι, πελέκεις, αγγεία).
Οι ανασκαφές στην Αυγή, που μέχρι τον Οκτώβριο του 2008 πραγματοποιούνταν σε έκταση 2000 τ.μ. , φέρνουν στο φως ενδιαφέροντα στοιχεία για την οικιστική οργάνωση και τις τεχνικές δόμησης, την αγροτική παραγωγή, την επεξεργασία και αποθήκευση των γεωργικών προϊόντων, την προετοιμασία και παρασκευή των τροφών, τον εργαλειακό εξοπλισμό, την κόσμηση καθώς και στοιχεία της ταφικής πρακτικής και ιδεολογίας της νεολιθικής κοινωνίας (για περισσότερες πληροφορίες βλ. την ιστοσελίδα του ερευνητικού προγράμματος Νεολιθικού Οικισμού Αυγής http://www.neolithicavgi.gr).
Στις κατώτερες οικιστικές φάσεις της θέσης (β΄ μισό της 6ης χιλιετίας) ανήκουν εκτεταμένα κατάλοιπα από καμένες πηλόμαζες με πολυάριθμα αποτυπώματα από κορμούς και επεξεργασμένα ξύλα. Πρόκειται για ερείπια από την ανωδομή, συγκεκριμένα την οροφή και avgi 02κυρίως τους τοίχους από ξύλινο σκελετό, που καλυπτόταν από παχιές στρώσεις επεξεργασμένων αργίλων και λεπτές στρώσεις επιχρισμάτων, από τουλάχιστον 8-9 ανεξάρτητα στο χώρο, ευρύχωρα και ορθογώνια σπίτια, τα οποία είναι πιθανό ότι ήταν διώροφα ή είχαν πατάρι. Η διάσωση των αρχιτεκτονικών αυτών καταλοίπων οφείλεται στη δράση ισχυρής φωτιάς. Κάτω από τα οικοδομικά λείψανα αποκαλύπτονται καμένα δάπεδα και στοιχεία από τον εξοπλισμό και τη χρήση των κτιρίων, όπως εστίες, πήλινα σκεύη, εκατοντάδες σπόροι αποθηκευμένων δημητριακών και απορρίμματα διατροφής. Στους ανοιχτούς χώρους μεταξύ των σπιτιών βρέθηκαν κατάλοιπα από θερμικές κατασκευές (μικροί φούρνοι) και εργαλειακός εξοπλισμός (π.χ. λίθινα τριβεία) για επεξεργασία σιτηρών και τροφο­παρασκευή.
Οι ανώτερες (νεότερες) οικιστικές φάσεις χρονολογούνται στην 5η χιλιετία. Όμως, φυσικοί μηχανισμοί διάβρωσης, αλλά και η άροση, έχουν συμπαρασύρει όλες τις ανώτερες επιχώσεις του νεολιθικού οικισμού και έχουν ‘αποψιλώσει’ την ανωδομή των αρχιτεκτονικών κατασκευών καθώς και τα δάπεδα των κτιρίων αυτών των φάσεων. Εντούτοις, στα σωζόμενα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα αποτυπώνονται ενδιαφέρουσες και -ως προς την παλαιότερη οικιστική φάση- διαφορετικές πρακτικές δόμησης και οργάνωσης του χώρου. Χαρακτηριστικό στοιχείο μιας φάσης των νεότερων κτιριακών δομών του νεολιθικού οικισμού είναι η έδραση των πλίνθινων ή και ξυλοπηλόδομων στοιχείων της ανωδομής των
κτιρίων σε μια μορφή ‘πελμάτων θεμελίωσης’. Οι νεολιθικοί κτίστες άνοιγαν αύλακες (τομής σχήματος U και βάθους μεγαλύτερο από 50 εκ.) στην περίμετρο των κτιρίων, που στη συνέχεια τις γέμιζαν με μείγμα κυρίως αργιλικών υλικών, δημιουργώντας, έτσι, ένα ‘πέλμα’ αυξημένης στεγανότητας, μέσα στο οποίο στερεώνονταν -σε πυκνή ή αραιή, γραμμική ή και ζευγαρωτή διάταξη- πάσσαλοι για την κατασκευή του σκελετού της τοιχοποιίας. Στην ανασκαμμένη έκταση της θέσης έχουν αποκαλυφθεί πλήρως ή μερικώς τα κατάλοιπα αρκετών μεγάλων κτηρίων ορθογώνιας, αλλά και αψιδοειδούς ή ελλειψοειδούς κάτοψης με επιφάνεια έκτασης από 70 μέχρι 85 τ.μ., που πολλά από αυτά φαίνεται ότι οριοθετούνταν από χωρο-οργανω­τικές κατασκευές, όπως άνδηρα ή περίβολοι.
Μεταξύ αρκετών άλλων πρακτικών που σχετίζονται με την χωρο-οργάνωση του δομημένου νεολιθικού περιβάλλοντος στην Αυγή, κατά την ανασκαφική περίοδο 2007, προέκυψαν ενδιαφέροντα στοιχεία και για ταφικές πρακτικές εντός των ορίων του οικισμού. Σε οικιστική φάση της 5ης χιλιετίας και σε έκταση περίπου 3 τ.μ., η οποία δεν φάνηκε να περιοριζόταν από κάποιο εμφανές χωροταξικό στοιχείο, αποκαλύφθηκαν εννέα (9) αγγεία μικρών διαστάσεων, που στην πλειονότητά τους περιείχαν μικρή ποσότητα καμένων ανθρώπινων οστών 
Υλικό από αναλύσεις και πλήθος ευρημάτων, όπως αποθηκευτικά και μαγειρικά αγγεία, λίθινα και οστέινα εργαλεία, ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα ειδώλια, κοσμήματα, μικρογραφικά σκεύη, οστέινοι αυλοί και πήλινες σφραγίδες, συμβάλλουν στην κατανόηση των χώρων του οικισμού, των κατασκευαστικών διαδικασιών, των διατροφικών συνηθειών και άλλων όψεων της καθημερινής ζωής στη νεολιθική Αυγή .

Προϊστορικός Λιμναίος οικισμός στο Δισπηλιό

Το Δισπηλιό βρίσκεται σε απόσταση περίπου 7 χλμ. από Καστοριά. Στο Δισπηλιό ανακαλύφθηκε τυχαία το 1932 ο πρώτος λιμναίος οικισμός του 5.000 π.Χ. περίπου, που δείχνει ότι η Καστοριά είχε κατοικηθεί από τους Νεολιθικούς χρόνους.

Στον χώρο των ανασκαφών, που άρχισαν το 1992, δημιουργήθηκε το πρώτο Ελληνικό Οικομουσείο και διαμορφώθηκε μία αναπαράσταση του προϊστορικού Λιμναίου Οικισμού, με καλύβες, πάνω σε ξύλινες πλατφόρμες μέσα στη λίμνη, οι οποίες διαθέτουν σκεύη οικιακής χρήσης και εργαλεία της εποχής. Βρίσκεται πάνω στη λίμνη της Καστοριάς περίπου 500μ. από το χωριό.

 

Απολιθωμένο δάσος στο Νόστιμο

Στο Νόστιμο βρίσκεται το Απολιθωμένο Δάσος ηλικίας 20 εκατομμυρίων χρόνων με τροπικά και υποτροπικά φυτά, απολιθωμένους κορμούς από φοίνικες, θαλάσσια απολιθώματα όπως αστερίες, κοχύλια, μύδια, δόντια καρχαρία και απολιθώματα ζωικής προέλευσης. Το απολιθωμένο δάσος του Νόστιμου δημιουργήθηκε κατά την περίοδο του Κατώτερου Μειόκαινου (20 εκατ. χρόνια). Οι κλιματικές συνθήκες που επικρατούσαν τότε επέτρεπαν την ανάπτυξη εκτεταμένων δασών σε μια περιοχή με έντονο γεωμορφολογικό ανάγλυφο (βουνά, χαράδρες, κοιλάδες κ.λπ.) και πολλά ενεργά ηφαίστεια. Σε περίοδο έντονης ηφαιστειακής δραστηριότητας, από τους κρατήρες εκσφενδονίζονταν ηφαιστειακά υλικά και σκόνη, τα οποία κάλυπταν το οικοσύστημα της περιοχής. Αποτέλεσμα της κάλυψης των φυτών και ζώων της περιοχής με λάβα ήταν η απολίθωσή τους.

Αν και οι έρευνες βρίσκονται σε αρχικά στάδια, εντούτοις τα ευρήματα είναι πολλά και σημαντικά. Όλα τα ευρήματα εκτίθενται προσωρινά σε μια αίθουσα του δημοτικού σχολείου, ενώ η αυλή έχει μετατραπεί σε "μίνι γεωπάρκο απολιθωμένων κορμών", έως ότου ολοκληρωθούν οι εργασίες κατασκευής του Μουσείου Παλαιοβοτανικής-Παλαιοντολογίας, στην είσοδο του χωριού. Το απολιθωμένο δάσος είναι ένα γεωλογικό μνημείο με μεγάλη επιστημονική αξία. Ο μεγάλος πλούτος των απολιθωμάτων και η άριστη διατήρησή τους δίνουν πληροφορίες όχι μόνο για την παλαιοχλωρίδα και την παλαιοπανίδα της περιοχής, αλλά και για τις ευρύτερες γεωγραφικές κλιματικές και οικολογικές συνθήκες που επικρατούσαν τότε. Η περιοχή προστατεύεται, καθώς έχει χαρακτηριστεί "διατηρητέο μνημείο της φύσης".

Διοκλητιανούπολη - Αρμενοχώρι - Αρχαία πόλη

Στο Αρμενοχώρι της Καστοριάς, βορειοδυτικά του σύγχρονου οικισμού του Άργους Ορεστικού, τοποθετείται η πόλη την οποία ίδρυσε τον 3ο αιώνα ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός. Αποκαλύφθηκε η περίμετρος των τειχών η οποία ανέρχεται σε 3 χλμ. Πρόκεται για διπλό τείχος το πάχος του οποίου κυμαίνεται από 2,40 έως 2,80 μ. Εδράζεται σε φυσικό βράχο, προσαρμοσμένο ως προς την κατεύθυνση και την κλίση του στις ανισοσταθμίες του εδάφους, και παρακολουθεί με κύρια κατεύθυνση ΒΔ – ΝΑ τη βραχώδη ακμή των πρανών του παραρρέοντος ποταμού Αλιάκμονα. Κατά τη διάρκεια ανασκαφικών ερευνών ήρθαν στο φως και τμήματα των λατρευτικών κτιρίων της πόλης. Δυτικά της εξωτερικής παρειάς του τείχους ερευνήθηκε τμήμα νεκροταφείου με 55 ταφές εκ των οποίων οι 36 ήταν κεραμοσκεπείς και οι 19 λακκοειδείς.

Κολοκυνθού

Βρίσκεται δυτικά της πόλης της Καστοριάς, σε υψόμετρο 670 μ. και σε απόσταση 7 χλμ. από αυτή, στον οδικό άξονα προς Νεστόριο, ανατολικά του δημοτικού διαμερίσματος της Κολοκυνθούς, κατά τη διάνοιξη του κάθετου άξονα της Εγνατίας οδού που συνδέεει τη Σιάτιστα με τον συνοριακό σταθμό της Κρυσταλλοπηγής, στο τμήμα Κορομηλιά - Δισπηλιό. Το 2001, κοντά στην Κολοκυνθού, ανακαλύφθηκε νεολιθικός προϊστορικός οικισμός.

Η αρχαία επίχωση βρίσκεται πάνω από παλαιά κοίτη του ποταμού Αλιάκμονα και καλυπτόταν από, αρχαιολογικά στείρο, στρώμα αργίλου πάχους 0,80 μ. Από το σύνολο των ευρημάτων διαφαίνεται πως στον οικισμό υπήρχαν μικρές πασσαλόπηκτες καλύβες, με τοίχους από πηλό με λειασμένη επιφάνεια όπου, στην ανωδομή, διακρίνονται και αποτυπώματα καλαμιών. Για το δάπεδο χρησιμοποιήθηκαν μικρές πέτρες, θραύσματα αγγείων και κομμάτια άψητου ή ψημένου πηλού. Άλλα ευρήματα είναι :

  • τμήματα 25 πήλινων ειδωλίων διαφόρων τύπων
  • πολλά εργαλεία από πυριτόλιθο, όπως λεπίδες, ξέστρα, μικρολεπίδες
  • απολεπίσματα και πυρήνες, ως παραπροϊόντα της διαδικασίας κατασκευής των λίθινων εργαλείων
  • πολλά λειασμένα εργαλεία από οφιόλιθο και μάρμαρο
  • όστρακα αγγείων καθώς και οστά, κέρατα και άλλα κατάλοιπα διατροφής.

Η κεραμική που βρέθηκε, στο μεγαλύτερο ποσοστό της, χρονολογείται στην Ύστερη Νεολιθική περίοδο. Η σπουδαιότητα των ευρημάτων και η ελλιπής έρευνα της περιοχής συμβάλλουν στην εκτίμηση πως ο οικισμός είναι πολύ σημαντικός. Ευρισκόμενος σε κομβικό σημείο, γειτόνευε και σχετιζόταν άμεσα με τον λιμναίο οικισμό του Δισπηλιού.

end faq


Κοζάνη

Υπαίθριος αρχαιολογικός χώρος Αιανής

Η αρχαία πόλη της Αιανής τοποθετείται στη θέση Μεγάλη Ράχη σε απόσταση 1500 μέτρων από την έξοδο της σύγχρονης πόλης. Οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φώς τρία μεγάλα δημόσια κτίρια και πολλές ιδιωτικές κατοικίες. Σε κοντινή απόσταση από την αρχαία πόλη βρίσκεται η Νεκρόπολημε εκτεταμένα νεκροταφεία από την ύστερη εποχή του χαλκού μέχρι τα υστεροελληνικά χρόνια. Τα πλούσια κτερίσματα των ασύλητων λακοειδών τάφων εμφανίζουν μοναδική ποιότητα και αισθητική, στοιχεία που μαρτυρούν το υψηλό πολιτισμικό επίπεδο της περιοχής.

 

Μακεδονικοί τάφοι στους Πύργους Εορδαίας

 Πρόκειται για μονοθάλαμο μακεδονικό τάφο που φράζονταν με λιθόπλινθο, ενώ μπροστά στην είσοδο είχε διαμορφωθεί αυλή με τοίχους που διασώθηκε μόνο από την μία πλευρά. Συγχρόνως τα ευρήματα από το κοσκίνισμα του χώματος κοντά στο δάπεδο χρονολογούν με μεγαλύτερη ακρίβεια το μνημείο στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα. Από τα σκεύη και τα αντικείμενα που βρέθηκαν από ασύλητη ταφή ή  ανακομιδή οδήγησαν στο συμπέρασμα πως ο μακεδονικός τάφος των Πύργων, που άνηκε σε πλούσια οικογένεια, συγκαταλέγεται στους πρώιμους μακεδονικούς και το γεγονός αυτό αποδεικνύει την εύρωστη οικονομική κατάσταση της περιοχής.

 

Κλείτος

Σε μικρή απόσταση από τον παλιό οικισμό του Κλείτου η αρχαιολογική έρευνα αποκάλυψε δύο γειτονικούς προϊστορικούς οικισμούς («Κλείτος 1» και «Κλείτος 2»), που καλύπτουν χρονολογικά την ύστερη 6η και την 5η χιλιετία π.Χ. (Νεότερη και Τελική Νεολιθική περίοδος). Επίσης, ήρθαν στο φως κατάλοιπα διαχρονικής χρήσης του χώρου, τόσο στη Μέση και Ύστερη Εποχή του Χαλκού όσο και στα ιστορικά χρόνια, συγκεκριμένα στην ελληνιστική, ρωμαϊκή και πρώιμη βυζαντινή περίοδο. Η σωστική ανασκαφή προηγήθηκε της επέκτασης του λιγνιτωρυχείου του Νότιου Πεδίου και χρηματοδοτήθηκε από τη ΔΕΗ. Είχε διεπιστημονικό χαρακτήρα και πρωτοφανή κλίμακα, με ελάχιστα μέχρι σήμερα προηγούμενα όχι μόνο στον ελληνικό αλλά και στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο.

Ο οικισμός «Κλείτος 1» εκτείνεται σε 20 περίπου στρέμματα και χρονολογείται στην ύστερη 6η και στις αρχές της 5ης χιλιετίας π.Χ. Περιλαμβάνει τουλάχιστον 10 τετράπλευρα οικήματα, με εμβαδό ως 120 τ.μ., σε αραιή διάταξη. Είχαν κατασκευαστεί με ξύλινο σκελετό στερεωμένο σε πασσάλους και επενδυμένο με πηλό. Οι επιφάνειες των τοίχων ήταν επιχρισμένες και κάποια σημεία τους έφεραν αυλακωτό ή και γραπτό διάκοσμο με ποικίλα γραμμικά μοτίβα. Μέσα στις κατοικίες υπήρχαν πηλόκτιστες κατασκευές για θέρμανση, φωτισμό, προετοιμασία της τροφής και αποθήκευση των αγαθών, δηλαδή εστίες, φούρνοι, «πλατφόρμες εργασίας», λάκκοι και μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία. Ανάμεσα στα σπίτια και γύρω από τον οικοδομημένο χώρο βρέθηκαν μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία, απορριμματικοί λάκκοι και πολλές κατασκευές, μεμονωμένες ή σε μικρά σύνολα, τα οποία αντιπροσωπεύουν εργαστηριακές εγκαταστάσεις. Ερευνήθηκε επίσης ένας βαθύς λάκκος – πηγάδι, που περιείχε αγγεία κατάλληλα για την άντληση νερού και κομμάτια νωπού ξύλου, τα οποία μας δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για το φυσικό περιβάλλον της περιοχής κατά τη νεολιθική περίοδο.

Τον «Κλείτο 1» οριοθετούσαν τάφροι και ξύλινοι περίβολοι, η λειτουργία των οποίων ήταν πιθανότατα πρακτική, χωροταξική και συμβολική. Αν και κατασκευάστηκαν τμηματικά και σε διάφορες περιόδους, είναι σημαντικά χωροοργανωτικά στοιχεία, που προϋποθέτουν συλλογική μέριμνα και προσπάθεια αλλά και σταθερότητα κοινωνικών πρακτικών σε βάθος χρόνου. Ο χώρος γύρω από τον οικιστικό πυρήνα και μέχρι τις περιμετρικές τάφρους ίσως προοριζόταν για περιορισμένης κλίμακας καλλιέργειες ή και σταβλισμό ζώων, για κάθε είδους συλλογικές εκδηλώσεις και σίγουρα για την ταφή ορισμένων μελών της κοινότητας. Αποκαλύφθηκαν 16 ταφές, ενταφιασμοί και μία καύση, ανάμεσα στα σπίτια και στην περιφέρεια του οικισμού.

Ο οικισμός «Κλείτος 2» απέχει λιγότερο από 100 μ., εκτείνεται σε 2,5 μόλις στρέμματα και κατοικήθηκε στη διάρκεια της 5ης χιλιετίας π.Χ. Ερευνήθηκαν 4 οικήματα, κατασκευασμένα με τεχνικές δόμησης όμοιες με αυτές που εφαρμόστηκαν στον «Κλείτο 1», αλλά με μικρότερες κατά κανόνα διαστάσεις.

Το οίκημα 3 είχε εμβαδό 55 τ.μ., καταστράφηκε από φωτιά και διατηρήθηκε σε ασυνήθιστα καλή κατάσταση. Η στέγη του ήταν κατασκευασμένη με καλάμια καλυμμένα με πηλό και το εσωτερικό του ήταν χωρισμένο με πηλόκτιστους τοίχους σε τρεις άνισους χώρους. Στο πήλινο δάπεδο του κεντρικού χώρου διατηρήθηκε φούρνος, «θρανίο» ή πάγκος εργασίας, χρηστικά αγγεία και σκεύη και ένας μεγάλος σπασμένος πίθος, ο οποίος φαίνεται ότι περιείχε μεγάλη ποσότητα αποθηκευμένων προϊόντων. Από τους απανθρακωμένους σπόρους που βρέθηκαν σκορπισμένοι στο δάπεδο αναγνωρίστηκε σιτάρι, κριθάρι και λαθούρι. Κάτω από τα δάπεδα των σπιτιών, ανάμεσα στα σπίτια και γύρω από τον οικισμό αποκαλύφθηκαν 14 ταφές, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν αγγεία θαμμένα στο χώμα, με τα καμένα οστά των νεκρών στο εσωτερικό τους.

Από τους δύο οικισμούς προέρχονται τεράστιες ποσότητες νεολιθικής κεραμικής και εργαλείων (λίθινων, οστέινων και πήλινων), που χρησιμοποιήθηκαν για τον προσπορισμό και την κατεργασία των πρώτων υλών για κάθε είδους αρχιτεκτονικές κατασκευές, για την αγροτική καλλιέργεια και την επεξεργασία των προϊόντων της, για την υφαντική, το κυνήγι, την κατεργασία δερμάτων κ.ά. Βρέθηκαν επίσης πολλά ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα ειδώλια και κοσμήματα κατασκευασμένα από διάφορες πέτρες, οστά ζώων ή πηλό. Μέσω οργανωμένων δικτύων ανταλλαγών έφταναν στον οικισμό κοσμήματα από θαλάσσια όστρεα αλλά και πρώτες ύλες για την κατασκευή εργαλείων κι άλλων αντικειμένων. Σπανιότερες είναι οι πήλινες σφραγίδες που φέρουν εγχάρακτα γραμμικά μοτίβα και τα μικρά πήλινα ομοιώματα σπιτιών ή εξαρτημάτων οικοσκευής, ενώ μοναδικά ευρήματα είναι μια οστέινη φλογέρα, ένα ανθρωπόμορφο ειδώλιο από θαλάσσιο όστρεο του είδους Spondylusgaederopusκαι μια οστέινη χτένα, η οποία μάλιστα είχε σπάσει και την είχαν αποκαταστήσει με χάλκινα καρφιά.

Από τη χρήση του ίδιου χώρου στην Εποχή του Χαλκού, από τα τέλη της 3ης ως τα τέλη της 2ης χιλιετίας π.Χ., διατηρήθηκαν μόνο κινητά ευρήματα. Τα περισσότερα βρέθηκαν μέσα σε μια τάφρο και σε λάκκους - αποθέτες.Τα σημαντικότερα κατάλοιπα ιστορικών χρόνων είναι ένα μεγάλο λιθόκτιστο κτίριο αβέβαιου προορισμού, καθώς διατηρήθηκε μόνο η θεμελίωσή του, και ένα σύνολο 45 υστερορωμαϊκών τάφων.

end faq


Φλώρινα

Αρχαιολογικός χώρος στον Αγ. Παντελεήμονα

Ο οικισμός του Αγίου Παντελεήμονα, κτισμένος σε προνομιακή θέση, ανάμεσα στιs λίμνες Βεγορίτιδα και Πετρών, συνέδεσε σε όλη του την ιστορική πορεία τnv παραγωγική του δραστηριότητα με το λιμναίο οικοσύστημα. Η βασική αυτή επιλογή για αξιοποίησn των δυνατοτήτων του ιδιαίτερου αυτού μικροπεριβάλλοντος πιστοποιείται ήδη από τα αρχαιολογικά ευρήματα της ανασκαφής στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, μερικά χιλιόμετρα βορειοδυτικά του σημερινού χωριού, στην βόρεια όχθη της λίμνης των Πετρών. Σύμφωνα με τις παλιότερες επιφανειακές έρευνες και τα πρώτα συμπεράσματα των αρχαιολόγων της ΙΖ' Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, που ερευνά την περιοχή τα τελευταία χρόνια, πρόκειται για έναν οικισμό που χρονολογείται στη Νεολιθική εποχή (6.000 - 3.500 π.Χ.). Στη μικρή επίπεδη χερσόνησο ανατολικά της εκκλησίας της Μεταμόρφωσnς του Σωτήρος, έχουν εντοπιστεί λίθινα λειασμένα και πυριτολιθικά εργαλεία, πήλινα σφοντύλια, καθώς και όστρακα χειροποίητων αγγείων με καστανό ή ερυθρό επίχρισμα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι σπάνιες για την εποχή ταφές που έχουν εντοπιστεί πρόσφατα.

Στηv ίδια περιοχή τοποθετείται το εκτεταμένο νεκροταφείο τηs Ύστερης Eποχής Χαλκού και της Πρώιμnς Eποχής Σιδήρου (1600 - 600 π.Χ.) που εντοπίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Στην ανασκαφή που πραγματοποιήθnκε από Ρώσους αρχαιολόγους και ήταν μια από τις πρώτεs στα Βαλκάνια, αποκαλύφθηκαν 376 κιβωτιόσχημοι τάφοι, με μονές ή πολλαπλές ταφές. Οι περισσότεροι είχαν πλούσια κτερίσματα με μικροαντικείμενα (χάλκινο αγαλματίδιο αλόγου και μικρογραφικά αγγεία) και κοσμήματα (πόρπες, περόνες, δαχτυλίδια, σκουλαρίκια, βραχιόλια) από χαλκό, σίδnρο, γυαλί, οστό, πnλό και σπανιότερα χρυσό. Από την κεραμική ξεχωρίζουν οι πρόχοι, τα μόνωτα και δίωτα κύπελλα, καθώs και ορισμένα αγγεία με αμαυρόχρωμη γραπτή διακόσμηση. Από τον πλούτο των ευρημάτων αυτών τίποτε δεν έχει απομείνει στην περιοχή.' Ενα μέρος βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο θεσσαλονίκnς, ένα άλλο στο Μουσείο Μπενάκη, ενώ το μεγαλύτερο μέρος των ευρημάτων βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Κωνσταντινούπολης. Με τα χρόνια έχουν χαθεί και τα ακριβή όρια του ίδιου του ανασκαμμένου νεκροταφείου.

Προϊστορικός οικισμός Αρμενοχωρίου

flo-ellinistΗ ανθρώπινη παρουσία στην περιοχή χρονολογείται στη Μέση και Νεότερη Νεολιθική Περίοδο (5.800 - 3.500 π.Χ,), όπως πιστοποιούν τα επιφανειακά ευρήματα στα βορειοδυτικά του σύγχρονου οικισμού. Η κοινότητα των νεολιθικών γεωργοκτηνοτρόφων, εκμεταλλευόμενη την προνομιακή θέση δίπλα στο ποτάμι και τις άφθονες πλουτοπαραγωγικές δυνατότητες της περιοχής, συνέχισε να αναπτύσσει τις οικιστικές και παραγωγικές δραστηριότητές της και στην επόμενη ιστορική περίοδο, την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (3.500 - 2.000 π.Χ.). Αποτέλεσμα των αλλεπάλληλων αυτών δραστηριοτήτων υπήρξε η δημιουργία ενός χαμηλού λόφου (τούμπας) που σήμερα δεσπόζει στα Ανατολικά του χωριού. Στοιχείο εντυπωσιακό του φυσικού περιβάλλοντος, προσέλκυσε το ενδιαφέρον του Άγγλου προϊστοριολόγου W. Heurtley, ο οποίος πραγματοποίησε την πρώτη ανασκαφική έρευνα στον οικισμό το 1931, δημοσιεύοντας μάλιστα τα αποτελέσματά της στο πρωτοποριακό για την εποχή του έργο Prehistoric Macedonia (1939).

Το 1996 - 1998 η ΙΖ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων προχώρησε στη διεξαγωγή ανασκαφικής έρευνας, η οποία εμπλούτισε σε μεγάλο βαθμό τις πληροφορίες για τον οικισμό, αφού η καταστροφή της εγκατάστασης από φωτιά στην τελευταία φάση της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού (2.100 - 2.000 π.Χ.) έδωσε στους αρχαιολόγους τη δυνατότητα διερεύνησης ενός στρώματος καταστροφής με πλήθος στοιχείων για την προϊστορική κοινότητα, μολονότι ο χώρος σήμερα χρησιμοποιείται ως νεκροταφείο του χωριού. Ο σκελετός των σπιτιών του οικισμού ήταν κατασκευασμένος με ξύλινους πασσάλους σε συνδυασμό με κλαδιά λυγαριάς, ενώ οι τοίχοι τους ήταν επιχρισμένοι με πηλό ανακατεμένο με άχυρα, μάζες του οποίου εντοπίστηκαν σε μεγάλες ποσότητες κατά την ανασκαφή. Οι καμένοι σπόροι δημητριακών και οσπρίων, τα οστέινα και λίθινα εργαλεία (βελόνες, αιχμές βελών, μυλόπετρες, αξίνες κλπ), καθώς και τα μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία (πιθάρια) αποδεικνύουν τη συστηματική ενασχόληση των κατοίκων με τη γεωργία, την κτηνοτροφία, την αλιεία και το κυνήγι. Επιπλέον πληροφορίες για τις διατροφικές συνήθειες των προϊστορικών παρέχουν τα μαγειρικά, τα σκεύη μεταφοράς και κατανάλωσης της τροφής, τα οποία ποικίλουν σε μέγεθος και σχήμα. Τα χαρακτηριστικότερα από αυτά είναι τα κύπελλα με δύο λαβές, τα οποία, μάλιστα, είναι γνωστά από την εποχή του W. Heurtley στην αρχαιολογική βιβλιογραφία ως “Armenochoristyle”. 

 

Αρχαιολογικός χώρος Πετρών

Η αρχαία πόλη που βρίσκεται στη Δυτική όχθη της λίμνης των Πετρών είναι η περισσότερο γνωστή και συστηματικότερα ερευνημένη αρχαιολογική θέση της Π.Ε. . Εντοπίστηκε σε μια έκταση 15-20 εκταρίων, στη θέση Γκραντίστα  1,5 χλμ. βορειοδυτικά των Πετρών, ήδη από το 1913, όταν ο Νικόλαος Παπαδάκης κατέγραψε και δημοσίευσε τις εντοιχισμένες επιγραφές στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο καθηγητής Αντώνιος Κεραμόπουλος πιστοποίησε την ύπαρξη θεμελίων οικιών μετά από την περιορισμένη ανασκαφική έρευνα την οποία πραγματοποίησε. Η συστηματική έρευνα του οικισμού ξεκίνησε το 1982 από την ΙΖ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Τα πρωιμότερα λείψανα εγκατοίκησης στο χώρο, με βάση την κεραμική που σποραδικά έχει εντοπιστεί, ανάγονται στην Ύστερη Εποχή Χαλκού και στην Πρώιμη Εποχή Σιδήρου (1200 - 600 π.Χ.). Ο οικισμός που ήκμασε στην περίοδο ανάμεσα στον 3ο και τον 1ο π.Χ. αι. αποτελεί τυπικό παράδειγμα κώμης της Άνω Μακεδονίας με γεωργοκτηνοτροφική οικονομία. Ορισμένοι μελετητές πιστεύουν ότι η θέση μπορεί να ταυτιστεί με την Κέλλη των μεσαιωνικών οδοιπόρων. Βρίσκεται πολύ κοντά στην Εγνατία Οδό και στο βάθος της εύφορης κοιλάδας του Αμυνταίου. Η ανασκαφική έρευνα έχει φέρει μέχρι στιγμής στο φως ένα ισχυρό τείχος το οποίο περικλείει έναν οικισμό με ελεύθερη πολεοδομική οργάνωση, που αξιοποιεί με τον καλύτερο τρόπο τις καμπύλες του λόφου πάνω στον οποίο βρίσκεται.

Οι οικιστικοί χώροι είναι οργανωμένοι σε ομάδες των τριών με κοινούς εξωτερικούς τοίχους. Διώροφες κατασκευές, χωρίς αυλή, με υπόγειους χώρους για αποθήκες και εργαστήρια, τα σπίτια των Πετρών συμβάλλουν στην καλύτερη κατανόηση της ελληνιστικής κατοικίας. Τα ισόγεια είναι κτισμένα με αργολιθοδομή ενώ οι όροφοι με ελαφρότερα υλικά και ξυλοδεσιές. Το εσωτερικό ήταν διακοσμημένο με έγχρωμα κονιάματα, εμπλουτισμένα σε ορισμένες περιπτώσεις με αφηρημένα μοτίβα   Ένα σύστημα δρόμων διέσχιζε τον οικισμό, ενώ έχουν βρεθεί και οι υδροδοτικοί πηλοσωλήνες που καταλήγουν σε κρήνες και πηγάδια. Σημαντικά δημόσια οικοδομήματα αποτελούσαν το ιερό του Διός - σύμφωνα με την επιγραφή που βρέθηκε στο εσωτερικό του - και ο μεγάλος υπόγειος πιθεώνας που εντοπίστηκε σε κοντινή απόσταση.

Ο οικισμός έχει να επιδείξει πλούτο και υψηλό βιοτικό επίπεδο, γεγονός που ανάγεται στις βεβαιωμένες εμπορικές και πολιτιστικές του επαφές με πόλεις της Κεντρικής και Ανατολικής Μακεδονίας καθώς επίσης και με τη Δύση. Στον οικισμό λειτουργούσαν πολλά εργαστήρια κεραμικής, μεταλλοτεχνίας και πιθανότατα γλυπτικής. Παράλληλα, το πλήθος των γεωργικών εργαλείων μαρτυρά τις γεωργικές ασχολίες των κατοίκων. Ο οικισμός εγκαταλείφθηκε στα μέσα του 1ου αι. π. Χ. και μεταφέρθηκε στη θέση του σημερινού χωριού των Πετρών.

Θα μπορούσαμε εδώ να σημειώσουμε ότι στο σημερινό χωριό βρισκόμαστε μπροστά σε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα συνύπαρξης των αρχαίων λειψάνων με τα μεταγενέστερα κτιριακά σύνολα. Εκτός από τα αποσπασματικά αρχιτεκτονικά λείψανα του ρωμαϊκού οικισμού που συναντούμε διάσπαρτα στο χωριό, αξιοσημείωτη είναι η χρήση αρχαίων αρχιτεκτονικών μελών και επιτύμβιων στηλών για την κατασκευή της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου. Η τρίκλιτη αυτή ξυλόστεγη βασιλική με νάρθηκα και γυναικωνίτη, χρονολογήθηκε από τον καθηγητή Νικόλαο Μουτσόπουλο στις αρχές του 18 ου αι. Από τον άλλοτε κατάγραφο ναό σώζονται σήμερα ορισμένες μόνο τοιχογραφίες στην κόγχη του ιερού, ενώ σώζεται και το πυργοειδές κωδωνοστάσιο.

Ελληνιστική πόλη στη Φλώρινα

Βρίσκεται στη βόρεια πλαγιά της δασωμένης λοφοσειράς του Αγίου Παντελεήμονα, κτισμένη σε κανονικά οικοδομικά τετράγωνα πάνω στα επάλληλα άνδηρα του λόφου. Σε κάθε τετράγωνο υπήρχαν συνήθως τρεις οικίες που περιελάμβαναν τρεις ή τέσσερις χώρους με εστίες, αποθήκες με μεγάλα πιθάρια, καθώς και εγκαταστάσεις επεξεργασίας διάφορων προϊόντων και κατεργασίας σιδήρου, όπως μαρτυρεί η παρουσία ενός μεταλλευτικού κλιβάνου, πλήθους σιδερένιων εργαλείων και σιδηρόμαζας που εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια των ανασκαφικών εργασιών. Η κεραμική που εντοπίστηκε μαρτυρεί στενή σχέση με την Πέλλα, την πρωτεύουσα του μακεδονικού κράτους, ενώ τις εμπορικές σχέσεις με άλλες περιοχές του ελληνικού κόσμου αποδεικνύουν οι ενσφράγιστες λαβές αμφορέων και τα διάφορα νομίσματα. Η κατοίκηση της πόλης πρέπει να άρχισε στον 4ο αι. π.Χ. και έληξε στις αρχές του 1ου αι. π.Χ. λόγω μιας μεγάλης πυρκαγιάς, πιθανότατα μετά από εχθρική εισβολή. Ωστόσο, η ανεύρεση κεραμικής και από τη 2η χιλιετία π.Χ. είναι ενδεικτική της ύπαρξης εγκατάστασης στην περιοχή από τους προϊστορικούς χρόνους.

end faq

Στο Αρμενοχώρι της Καστοριάς, βορειοδυτικά του σύγχρονου οικισμού του Άργους Ορεστικού, τοποθετείται η πόλη την οποία ίδρυσε τον 3ο αιώνα ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός. Αποκαλύφθηκε η περίμετρος των τειχών η οποία ανέρχεται σε 3 χλμ. Πρόκεται για διπλό τείχος το πάχος του οποίου κυμαίνεται από 2,40 έως 2,80 μ. Εδράζεται σε φυσικό βράχο, προσαρμοσμένο ως προς την κατεύθυνση και την κλίση του στις ανισοσταθμίες του εδάφους, και παρακολουθεί με κύρια κατεύθυνση ΒΔ – ΝΑ τη βραχώδη ακμή των πρανών του παραρρέοντος ποταμού Αλιάκμονα. Κατά τη διάρκεια ανασκαφικών ερευνών ήρθαν στο φως και τμήματα των λατρευτικών κτιρίων της πόλης. Δυτικά της εξωτερικής παρειάς του τείχους ερευνήθηκε τμήμα νεκροταφείου με 55 ταφές εκ των οποίων οι 36 ήταν κεραμοσκεπείς και οι 19 λακκοειδείς. - See more at: http://www.jaba.gr/xoroi-239/#sthash.sZB3p7m7.dpuf