Φλώρινα

Γεωγραφία-Περιβάλλον

Γεωγραφική θέση

Η Περιφερειακή Ενότητα Φλώρινας βρίσκεται στο Βορειοδυτικό άκρο της Ελλάδος και διοικητικά ανήκει στην Περιφέρεια της Δυτικής Μακεδονίας.Συνορεύει στα δυτικά με την Αλβανία, ανατολικά με την Π.Ε. Πέλλης, βόρεια με τη FYROM, νοτιοανατολικά με την Π.Ε. Κοζάνης και νοτιοδυτικά με την Π.Ε. Καστοριάς.

Στα ανατολικά της Περιφερειακής Ενότητας υπάρχουν οι οροσειρές του όρους Βόρα (Καϊμακτσαλαν), με την τρίτη ψηλότερη κορυφή της Ελλάδας – υψόμετρο 2524 μ – και η οδική διάβαση της Κέλλης προς Θεσσαλονίκη και Κοζάνη. Στα δυτικά υπάρχουν οι οροσειρές Βαρνούντα με την υψηλότερη κορυφή στον ελλαδικό χώρο την Όριζα ή Περιστέρι (2334μ), του Βέρνου με κορυφή το Βίτσι (2128μ), ενώ υπάρχει και η οδική διάβαση Βίγλας προς Πρέσπες, Γιουγκοσλαβία και Αλβανία. Μεταξύ των οροσειρών υπάρχουν λίμνες, ορισμένες από τις οποίες φιλοξενούν σπάνιους υδροβιότοπους, όπως η μικρή και η μεγάλη Πρέσπα, η Βεγορίτιδα, η λίμνη Πετρών, η Χειμαδίτιδα και η Ζάζαρη.

Η Περιφερειακή Ενότητα καταλαμβάνει έκταση 1.924 τ. χλμ. από τα οποία το 74% περίπου καλύπτεται από ορεινές και ημιορεινές εκτάσεις ενώ μόνο το 26% καλύπτεται από πεδινές.Σύμφωνα με την κατάταξη της ΕΣΥΕ, από το σύνολο των δήμων και περιοχών της Π.Ε. οι 37 θεωρούνται πεδινές, οι 16 ημιορεινές και 37 ορεινές. Η κατάταξη των γεωργικών περιοχών της Π.Ε. (εκτάσεις) σύμφωνα με την οδηγία 75/268, δίνει 0 % πεδινές, 55,6 % μειονεκτικές και 44,4% ορεινές. Τα αντίστοιχα ποσοστά για την περιοχή είναι (0 %) πεδινές, οι 50 δηλαδή το (100%) μειονεκτικές και οι 40 δηλαδή το (100 %) ορεινές.

Φυσικό περιβάλλον

Ο Nομός Φλώρινας αποτελεί περιοχή ιδιαίτερου ενδιαφέροντος ως προς το περιβάλλον.Εδώ συνυπάρχουν οικοσυστήματα που αποτελούν βασικούς παράγοντες της ποιότητας ζωής της περιοχής.

Πλούσιο είναι το φυσικό περιβάλλον της Περιφερειακής Ενότητας και περιλαμβάνει:

  • Ορεινούς όγκους του Βαρνούντα, του Βιτσίου και του Βόρα,
  • έξι (6) λίμνες, προστατευόμενες, τεράστιου οικολογικού ενδιαφέροντος
  • τον Εθνικό Δρυμό στην περιοχή των Πρεσπών.
  • σημαντικότατη χλωρίδα και πανίδα, ενώ το τοπίο της περιοχής παρουσιάζει εναλλαγές.

Η ευρύτερη περιοχή του Αμυνταίου παρουσιάζει σημαντική αμπελουργική και οινοποιητική παράδοση.

Εκτός όμως από τα παραπάνω, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε τα παρακάτω χαρακτηριστικά της Περιφερειακής Ενότητητας όπως:

  •  Τους αρχαιολογικούς χώρους, με πιο αξιόλογους αυτούς των Πετρών και του Αγίου Παντελεήμονα.
  •  Το Νυμφαίο και το Λέχοβο καθώς και τις περιοχές του , Αγίου Γερμανού, Ψαράδων, Ακρίτα, Κρατερού, τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερη παραδοσιακή αρχιτεκτονική.
  • Τους οικισμούς του Νυμφαίου και των Ψαράδων, οι οποίοι έχουν ανακηρυχθεί διατηρητέοι παραδοσιακοί οικισμοί.

Από το σύνολο της έκτασης της Περιφερειακής Ενότητας, τα 534.500 στρέμματα είναι καλλιεργούμενες εκτάσεις και αγραναπαύσεις, (27,26 %), 700,7 χιλιάδες στρέμματα είναι βοσκότοποι εκ των οποίων: 79,85% είναι κοινοτικοί και 20,15% ιδιωτικοί.Οι εκτάσεις που καλύπτονται από ύδατα καταλαμβάνουν το 6,06% της συνολικής έκτασης της Π.Ε., οι δασωμένες το 25,88%, οι οικισμοί το 2,08% ενώ το υπόλοιπο 1,91% καλύπτεται από άλλες.

Εθνικός Δρυμός Πρεσπών

Η περιοχή των Πρεσπών βρίσκεται στη βορειοδυτική γωνιά της Ελλάδας σε υψόμετρο 900 περίπου μέτρων, περικυκλωμένη απο βουνά και αποτελεί σημαντικό εθνικό πάρκο λόγω της βιοποικιλότητας της και των ενδειμικών ειδών χλωρίδας και πανίδας. Η περιοχή γύρω απο τις λίμνες είναι διασυνοριακό πάρκο που μοιράζεται ανάμεσα σε τρεις χώρες, την Ελλάδα, την Αλβανία και την FYROM.

Ο μεγάλος αριθμός ζώων και φυτών αναλογικά με το μέγεθος της περιοχής, καθιστούν την Πρέσπα ανάμεσα στις σημαντικότερες περιοχές στο κόσμο. Πολλά είδη χλωρίδας και πανίδας είναι σπάνια και προστατεύονται απο τη διεθνή, ευρωπαϊκή και εθνική νομοθεσία.Η Πρέσπα έχει συμπεριληφθεί στις 10 σημαντικότερες περιοχές της ΜΕσογείου για την ιχθυοπανίδα της. Τα 7 απο τα 12 είδη ψαριών της περιοχής είναι ενδειμικά. Τα 22 είδη ερπετών απο την Πρέσπα αποτελούνται απο χερσαίες χελώνες και νεροχελώνες, σαύρες και φίδια.Πάνω απο 45 είδη θηλαστικών ζουν στη Πρέσπα: νυχτερίδες, δασοποντικοί, σκίουροι, σκαντζόχοιροι, ασβοί, αγριογούρουνα, αλεπούδες, αγριόγατοι και τα τέσσερα σπανιότερα χερσαία θηλαστικά στην Ευρώπη: Ο λύκος, η αρκούδα, η βίδρα και το αγριόγιδο. Η Κενταύρια της Πρέσπας είναι ένα χαρακτηριστικό ενδημικό φυτό της Πρέσπας.

Ο καλύτερος τρόπος για να απολαύσετε την ομορφιά των Πρεσπών είναι να περπατήσετε στα μονοπάτια μέσα και γύρω απο τα χωριά. Υπάρχουν πολλά μονοπάτια που μπορείτε να ακολουθήσετε διαφορετικού μήκους και βαθμού δυσκολίας. Εδώ περιγράφουμε δυο απο τα πιο γνωστά:

Μονοπάτι Πύλη - δασερή

Το μονοπάτι αυτό εκτείνεται απο το χωριό Πύλη μέχρι το εγκαταλειμμένο χωριό δασερή στην ακτή της Μικρής Πρέσπας. Η καλύτερη θέα είναι μόλις φτάσει κανείς στη δασερή. Απο εκεί θα έχει πανοραμική θέα και των δυο νησιών και, αν ο ουρανός είναι καθαρός, μπορεί να δει όλα τα χωριά απο τη Μικρολίμνη (δεξιά) έως τον Αγ. Γερμανό (αριστερά, πανω στο βουνό). Για να προσεγγίσει κανείς το μονοπάτι μπορεί να πάει με αυτοκίνητο έως τη Πύλη και απο εκεί (όπως έρχεσαι απο τον Αγ. Αχίλλειο), στρίβει αριστερά απο το κεντρικό δρόμο που περνάει μέσα απο τη Πύλη. Εκεί μπορεί να παρκάρει το αυτοκίνητο και να συνεχίσει στο μονοπάτι με τα πόδια. Το μονοπάτι περνάει αρχικά απο ένα χωράφι με φασόλια και μετά κατά μήκος του λόφου κοντά στην ακτή. Ο περίπατος διαρκεί περίπου μια ώρα. Φτάνοντας στην δασερή φαίνονται τέσσερα κατεστραμμένα κτίρια (αυτό που βρίσκεται πιο ψηλά στα δεξιά ήταν το σχολείο του χωριού). Απο εκεί το μονοπάτι συνεχίζει λίγο ακόμα.

Μονοπάτι Μικρολίμνη - Κρανιά

Το μονοπάτι αυτό ξεκινά απο το χωριό Μικρολίμνη και φτάνει στο εγκατελειμμένο χωριό Κρανιά. Έχει μια πολύ όμορφη θέα της Μικρής Πρέσπας λίγο πιο πάνω απο την ακτή. Μπορεί να πάει κανείς με αυτοκίνητο μέχρι τη Μικρολίμνη και μετά με τα πόδια να συνεχίσει μέχρι τους πρόποδες του βουνού στο δυτικό κομμάτι του χωριού. Το μονοπάτι θα το βρεί αφού περάσει απο ένα μικρό λατομείο. Το έδαφος είναι πολύ βραχώδες και σε μερικά σημεία το μονοπάτι γίνεται πολύ στενό. Είναι αρκετά μακρύ και όχι πάντα εύκολο, αλλά αξίζει δοκιμής! Το μόνο που χρειάζεται είναι να ακολουθήσει κανείς την ακτή. Στα μισά του δρόμου θα βρει μια μικρή κοιλάδα κατάλληλη για ξεκούραση όπου υπάρχουν και πολλές φωλιές πουλιών. Η επιστροφή γίνεται απο τον ίδιο δρόμο.

Λίμνες

Μικρή και μεγάλη Πρέσπα

Οι λίμνες Μικρή και Μεγάλη Πρέσπα απέχουν 47 χμ. από τη Φλώρινα. H μικρή Πρέσπα είναι μία μακρόστενη, μεσοτροφική λίμνη, με επιφάνεια 47,35 τ. χιλ. από τα οποία τα 43,5 είναι στην Ελλάδα και τα υπόλοιπα στην Αλβανία. H μεγάλη Πρέσπα είναι ολιγοτροφική λίμνη με επιφάνεια 272 τ. χιλ. από τα οποία μόνο τα 39 είναι στην Ελλάδα. Από πολύ νωρίς αναγνωρίστηκε n μοναδικότητα των Πρεσπών ως ενδιαίτημα σημαντικών ειδών και κυρίως πουλιών. H ελληνική Πολιτεία αναγνωρίζοντας τις φυσικές αξίες της περιοχής, ανακήρυξη την περιοχή Εθνικό Δρυμό το 1974. Πρόκειται για τον μεγαλύτερο εθνικό δρυμό στην Ελλάδα με 270 τ. χιλ. έκταση. Το στοιχείο που ξεχωρίζει τις Πρέσπες από τους υπόλοιπους εθνικούς δρυμούς είναι n μεγάλη ποικιλομορφία σε φυσικές διαπλάσεις και τύπους ενδιαιτημάτων.H λεκάνη των Πρεσπών βρίσκεται σε υψόμετρο 850μ. H περιοχή είναι ένας από τους σπουδαιότερους οικότοπους πουλιών στην Ευρώπη. H Μικρή Πρέσπα είναι περιοχή ειδικής σημασίας. Έχει εκτεταμένες ρηχές ζώνες με υδρόβια βλάστηση, υγρά λιβάδια, βοσκοτόπια και αγροτική γη. Οι λίμνες Μικρή και Μεγάλη Πρέσπα χωρίζονται από μια στενή λωρίδα μήκους 4 χιλιομέτρων. Λόγω υψομετρικής διαφοράς, χύνονται τα νερά της Μικρής Πρέσπα, στη Μεγάλη Πρέσπα και συμφωνά με έρευνα, από τη Μεγάλη Πρέσπα με υπόγειες διαδρομές συνεχίζουν προς τη λίμνη Αχρίδα (FYROM). Οι λίμνες είναι απομεινάρια της μεγάλης Δασσαρίτιδας λίμνης που κατείχε την ευρύτερη περιοχή πριν εκατομμύρια χρόνια. H λίμνη Μικρή Πρέσπα παγώνει για μεγάλο χρονικό διάστημα κάθε χειμώνα.H περιοχή των Πρεσπών κηρύχτηκε Εθνικός Δρυμός από το 1974 για την ομορφιά του τοπίου της, για την πλούσια πανίδα και χλωρίδα για τα σπάνια υδρόβια πουλιά της (πελεκάνοι, λαγγόνες, κορμοράνοι, ερωδιοί κ.λ.π.) και για μία συστάδα αιωνόβιων κέδρων. Στην περιοχή αναφέρονται: -17 είδη ψαριών (γριβάδια, τσιρόνια, χέλια, μπράνες κ.α) -11 είδη αμφιβίων -21 είδη ερπετών -45 είδη Θηλαστικών -πάνω από 260 είδη πτηνών. Τα ψάρια μπράνα Πρέσπας, Πέστροφα Αγίου Γερμανού Πρεσπών, κορύγονος Αγίου Παντελεήμονα (Βεγορίτιδα) είναι μοναδικά παγκόσμια. Από τα 6.000 είδη φυτών της ελληνικής χλωρίδας, στις Πρέσπες απαντούν περίπου 1.400 είδη (σχεδόν το 25%).

Λίμνη Βεγορίτιδας

H λίμνη Βεγορίτιδα ή Αγίου Παντελεήμονα βρίσκεται στα όρια των νομών Φλώρινας και Πέλλας. Τροφοδοτείται από νερά βροχής και χιονιού απευθείας στην επιφάνεια της καθώς και με τη βοήθεια χειμάρρων, ρυακιών, ποταμών και με σημαντικό αριθμό υπολίμνιων πηγών. Είναι αλπινικού χαρακτήρα, καταλαμβάνει ένα από τα κοιλώματα των κλειστών οροπεδίων της Δυτικής Μακεδονίας. H λίμνη αυτή, μαζί με της γειτονικές λίμνες Πετρών και Ζάζαρης, θεωρείται ως υπόλειμμα της παλιάς λίμνης της Εορδαίας, της οποίας αναφέρεται ότι έφτασε τα 1000km2 περίπου με μέγιστο βάθος τα 250m. H λίμνη, εξαιρουμένου του κολπίσκου που δημιουργείται Νοτιανατολικά της πόλεως Άρνισσας, έχει σχήμα επιμήκες ελλειπτικό. Το μέγιστο μήκος της ανερχόταν σε 17,8km, με μέγιστο πλάτος τα 7,1km και ελάχιστο τα 2,1km νότια των οικισμών Φαραγγίου και Αγίου Παντελεήμονος. Από άποψη διοικητικής διαιρέσεως, n λίμνη καθώς και n λεκάνη απορροής αυτής, ανήκει σε τρεις Περιφερειακής ΕΝότητας: Κοζάνης, Πέλλας και Φλώρινας, οι οποίοι αποτελούν και το βορειοδυτικό τμήμα της χώρας. H απόσταση της λίμνης από τη Θεσσαλονίκη στη Θέση Άρνισσα, είναι οδικός 120 km περίπου, ενώ σιδηροδρομικός 138km περίπου. Η ιστορία της λίμνης Βεγορίτιδας ξεκινά με ένα Θρύλο. Σύμφωνα με το Θρύλο αυτό, που τον μνημονεύει ο Αρχαιολόγος Adolph Struck, υπήρχε εποχή όπου στην περιοχή δεν υφίστατο n λίμνη αλλά αντ' αυτής υπήρχε μια ωραία κοιλάδα με ένα σπήλαιο στο κέντρο. Στο σπήλαιο αυτό κατέληγαν δύο χείμαρροι προερχόμενοι ο ένας εκ νοτίως και ο έτερος εξ ανατολών. Οι χείμαρροί αυτοί, με την είσοδο τους στο σπήλαιο, εξαφανίζονταν, τροφοδοτώντας υπόγειες κοιλότητες. H ανωτέρω ωραία κοιλάδα έπεσε σε δυσμένεια λόγω του ότι μια κόρη που κακολογήθηκε από τον πατριό της, καταράστηκε την ανωτέρω κοιλάδα και στη συνέχεια πνίγηκε στα νερά ενός εκ των δύο χειμάρρων. Η συνέχεια αφήνεται στα αγριεμένα στοιχεία της φύσης, καταρρακτώδεις βροχοπτώσεις προκάλεσαν υπερχείλιση των χειμάρρων. Ζώα πνίγηκαν, βράχοι αποκολλήθηκαν, δέντρα ξεριζώθηκαν και όλα αυτά προκάλεσαν την έμφραξη των υπόγειων διεξόδων μέσα στο σπήλαιο. H στάθμη του νερού άρχισε να ανεβαίνει και τα γύρο χωριά κατακλύσθηκαν από τα μανιασμένα νερά. H θρυλική – φανταστική δημιουργία της λίμνης Βεγορίτιδας δεν αποκλείεται να πηγάζει από το πιθανό ιστορικό γεγονός της εμφάνισης ενός συνταρακτικού φυσικού φαινομένου, όπως ακραίας καταιγίδας n σεισμού, που στάθηκε ικανό να δημιουργήσει τη σημερινή λίμνη Βεγορίτιδα. O Sir Arthour Evans αναφέρει στην περιγραφή από κάποιον περιηγητή της Ιλλυρίας, τον Comes Marcellinus. Ο περιηγητής αναφέρει την εμφάνιση μεγάλου καταστροφικού σεισμού στα Σκόπια με πιθανές καταστροφές στη λεκάνη της Εορδαίας.Χρονικά οι ανωτέρω αφηγήσεις, δημιουργούν την εικόνα ότι κατά τα Ρωμαϊκά χρόνια κάποιο φυσικό φαινόμενο έφραξε τις υπόγειες διαφυγές του υδρογραφικού δικτύου με άμεσο επακόλουθο την ανύψωση της στάθμης των υδάτων και τη δημιουργία της λίμνης. Από το 1896 και μετά πολλοί ερευνητές ασχολήθηκαν με την λίμνη εξαιτίας της συνεχούς αύξησης που παρουσίαζε n στάθμη της επιφάνειας της, μέχρι και το 1957. Για το λόγο αυτό μετακινήθηκε και n σιδηροδρομική γραμμή, n οποία διερχόταν και διέρχεται περιμετρικά της λίμνης. Από το 1920 προτάθηκε και απασχόλησε τους τότε τεχνικούς n χρησιμοποίηση των υδάτων της λίμνης για ενεργειακούς σκοπούς, σε σχέση με τον ποταμό Άγρα. Η έκταση της επιφάνειας της λίμνης έφτασε περίπου τα 70 km2, η χωρητικότητα της περί τα 2.200.000.000 m3 και το μέγιστο βάθος της τα 70 m. Το έτος 1953 αρχίζει στην περιοχή n κατασκευή της σήραγγας που διοχετεύει νερό από τη λίμνη Βεγορίτιδα στη λίμνη Νησίου. Είναι μια σήραγγα ελεύθερης ροής, μήκους 6.035,4 m, εσωτερικής διαμέτρου 2m και μέγιστης παροχής 10 m3/s (Ράλλης, 1955). Το νερό το οποίο διοχετεύεται από τη σήραγγα χρησιμοποιείται για τη λειτουργία του υδροηλεκτρικού σταθμού Άγρα (ισχύος 50.000 Ι )
Στις μελέτες που εκπονήθηκαν για την κατασκευή του έργου, υπολογίστηκε πως, n πτώση της στάθμης της λίμνης κατά 20m (από υψόμετρο 540m σε 520m) Θα περιόριζε τις απώλειες από εξάτμιση και υπόγειες διαρροές, έτσι ώστε, να παραμένει πάντοτε διαθέσιμη μια ικανοποιητική παροχή για τη λειτουργία του ΥΗΣ Άγρα. Από τα σημερινά δεδομένα γίνεται φανερό πως οι απώλειες της λίμνης, όχι μόνο δεν περιορίσθηκαν, αλλά αντίθετα συνεχίστηκαν με έντονο ρυθμό, με αποτέλεσμα το 1992 n στάθμη της λίμνης να φθάσει σε υψόμετρο 514,19m. Στα μέσα της δεκαετίας 1960 γίνεται n επόμενη σημαντική παρέμβαση στην περιοχή από την Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού, όταν αρχίζει n προσπάθεια εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων λιγνίτη που βρίσκονται στο λεκανοπέδιο της Πτολεμαΐδας. Από το 1959 έως το 1987 n Δ.E.H. έχει εγκαταστήσει τέσσερις Ατμοηλεκτρικούς σταθμούς στην Πτολεμαΐδα, στην Καρδία, στον Αγ. Δημήτριο και στο Αμύνταιο, με συνολικό αριθμό μονάδων 14. Το έτος 1987 αρχίζει να λειτουργεί ο νέος Α.Η.Σ. στην περιοχή Αμυνταίου. Αυτός ο σταθμός χρησιμοποιεί νερό από το αντλιοστάσια του Αγίου Παντελεήμονα ενώ οι Α.Η.Σ. του Αγίου Δημητρίου και της Καρδίας αρχίζουν να τροφοδοτούνται από το ποταμό Αλιάκμονα (τεχνητή λίμνη Πολυφύτου). Κατά τη διάρκεια του 1980 σημαντικές αλλαγές συντελούνται και στη γεωργική παραγωγή με ραγδαία αύξηση των αρδευόμενων καλλιεργειών. Επίσης με την πτώση της στάθμης της λίμνης εμφανίζονται νέες καλλιεργούμενες εκτάσεις.

Οι λίμνες Ζάζαρη και Χειμαδίτιδα

Αν και είναι δύο ξεχωριστές λίμνες με διαφορετικά χαρακτηριστικά, σχεδόν πάντα ανα¬φέρονται μαζί, ίσως γιατί διαμορφώνουν μια ενιαία περιοχή και οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους είναι αμοιβαίες. H λίμνη Ζάζαρη είναι μια από τις ομορφότερες λίμνες της Ελλάδας, σε υψόμετρο 602 μέτρα, έχει εμβαδό περίπου δύο τετραγωνικά χιλιόμετρα. Τροφοδοτείται από το ποτάμι του Σκλήθρου, αλλά και από υπόγειες πηγές, ενώ στη συνέχεια τροφοδοτεί με τη σειρά της τη Χειμαδίτιδα. H λίμνη Χειμαδίτιδα είναι μεγαλύτερη, έχοντας έκταση 10,8 τ. χμ. και βρίσκεται εννιά μέτρα χαμηλότερα από τη Ζάζαρη. Πρόκειται για λίμνη με έντονο ευτροφισμό, ο οποίος είναι εμφανής από την πολύ μεγάλη έκταση απροσπέλαστων καλαμιώνων, οι οποίοι όμως αποτελούν σημαντικό βιότοπο για την αναπαραγωγή, διαχείμαση και γενικότερα διαβίωση σημαντικών οργανισμών. Οι δύο λίμνες, μα κυρίως n Χειμαδίτιδα, έδιναν στο παρελθόν και συνεχίζουν ακόμα να προσφέρουν στα κοπάδια των κτηνοτρόφων πιο ήπιες συνθήκες διαβίωσης κατά τη διάρκεια του δριμύτατου χειμώνα της ευρύτερης περιοχής, αλλά και πιο απομακρυσμένων Διαμερισμάτων. Τα χειμαδιά άλλωστε, χάρισαν ως αντάλλαγμα το όνομα στη μία από τις λίμνες. Μετά τις αλλαγές στον τρόπο εκτροφής των αιγοπροβάτων και των βοοειδών, τα τελευταία χρόνια, λίγα μόλις κοπάδια κτηνοτρόφων, σε πείσμα των καιρών, εξακολουθούν να βόσκουν στη γύρω περιοχή και να θυμίζουν αμυδρά το παρελθόν. Στο σύμπλεγμα των δύο λιμνών έχουν καταγραφεί σημαντικά είδη φυτών (εκατόν πενήντα είδη) και κυρίως ζώων. Έχουν παρατηρηθεί εκατόν σαράντα ένα είδη πουλιών, από τα οποία τα εκατό είναι ιδιαίτερα σημαντικά. Αξίζει όμως να αναφερθεί πως στη Χειμαδίτιδα αναπαράγεται, με το μεγαλύτερο πληθυσμό στην Ελλάδα, n Βαλτόπαπια (Aythya nyroca), με 60 ζευγάρια, n οποία είναι παγκόσμια απειλούμενο είδος. Ακόμη στις δύο λίμνες φιλοξενούνται δώδεκα είδη Θηλαστικών, εφτά είδη ερπετών, εφτά είδη αμφιβίων και οχτώ είδη ψαριών.