Κοζάνη

Ιστορία Περιφερειακής Ενότητας Κοζάνης

Οι πρώτοι άνθρωποι εμφανίζονται στην περιοχή ήδη από τη Παλαιολιθική Εποχή, όπως δείχνουν τα λίθινα εργαλεία που βρέθηκαν στη περιοχή της Σιάτιστας. Κατά τη Νεολιθική Εποχή δημιουργούνται πολλοί οικισμοί, όπως στην Αιανή, στην παραλίμνια περιοχή του Αλιάκμονα (Σέρβια, Βελβεντό, Ρύμνιο), στην Κίτρινη Λίμνη (Σαρί Γκιόλ), στην Εορδαία (Μαυροδένδρι, Ποντοκώμη), στο Βόιο και στην περιοχή της Κοζάνης. 

 Στην αρχαϊκή περίοδο δεσπόζει η αρχαία πόλη της Αιανής, ως πρωτεύουσα του βασιλείου της Ελίμειας. Στην κλασική περίοδο καθώς και στα ελληνιστικά-ρωμαϊκά χρόνια αναπτύσσονται και άλλες πόλεις και μικρότερα χωριά στην Ελίμεια, στην Ορεστίδα και στην Εορδαία. Σημαντικοί επισκέψιμοι χώροι αυτών των εποχών είναι η αρχαία Αιανή, η αρχαία πόλη στον Πολύμυλο, οι μακεδονικοί τάφοι στην Σπηλιά και τους Πύργους Εορδαίας, η αρχαία πόλη στην Απιδέα, στη Ποντοκώμη και στον Περδίκκα. Σημαντικοί οικισμοί – κάστρα, τα οποία είναι προσιτά, βρίσκονται στη περιοχή του Βοΐου όσο και στη περιοχή της Εορδαίας.

 Στη Βυζαντινή Εποχή, η Περιφερειακή Ενότητα Κοζάνης επηρεάζεται από τις διάφορες επιδρομές βόρειων φύλων. Τις επιδρομές των Γότθων κατά τον 5ο αι. μ.Χ. ακολούθησαν οι επιδρομές των Σλάβων από τα μέσα του 6ου αι. και έπειτα. Τη μικρή περίοδο ειρήνης αναστάτωσαν οι επεκτατικές διαθέσεις των Βουλγάρων, τις οποίες το 1018 ο Βασίλειος ο Β΄ κατάφερε να τιθασεύσει. Ακολουθούν οι Νορμανδοί στο τέλος
του 11ου αι., και οι Σέρβοι από τα τέλη του 13ου αι., κυρίως με τον Στέφανο Ντούσαν από το 1333, ο οποίος εκμεταλλεύτηκε τις εμφύλιες διαμάχες των Βυζαντινών. Η σημαντικότερη και σπουδαιότερη πόλη αυτής της περιόδου στην Περιφερειακή Ενότητα Κοζάνης είναι τα
Σέρβια. Η οχύρωση της πόλης χτίστηκε σταδιακά και φαίνεται ότι ανακατασκευάσθηκε ριζικά μετά τις καταστροφές που υπέστη από τους Σταυροφόρους κατά τον 13ο αιώνα. Το κάστρο αυτό αποτελεί σήμερα και το σπουδαιότερο επισκέψιμο αμυντικό μνημείο της μεσαιωνικής περιόδου στην Π.Ε. Κοζάνης. Από αυτή τη περίοδο δεν λείπουν και τα λατρευτικά μνημεία, κυρίως εκκλησίες και μοναστήρια, τα οποία βρίσκονται επίσης στο Βελβεντό, την Αιανή, στο Βόιο (Σισάνι) και στην Εορδαία (Πύργοι).

 Από τα μέσα του 18ου αι. η ενασχόληση των κατοίκων της περιοχής με το εμπόριο προς τη Κεντρική, Βόρεια και Ανατολική Ευρώπη οδήγησε σε σημαντική οικονομική ανάπτυξη και στην άνθηση των τεχνών και της αρχιτεκτονικής στη περιοχή. Δυστυχώς στη Κοζάνη σώζονται μόνο λίγα παραδείγματα από τα αρχοντικά αυτής της εποχής, όπως αυτό του Βούρκα, του Βούρκα-Κατσικά και του Λασσάνη. Περισσότερα αρχοντικά διατηρήθηκαν στη Σιάτιστα, η οποία υπήρξε σπουδαίο οικονομικό κέντρο. Η ανάπτυξη αυτή διαφαίνεται μέσα από την ποσότητα και ποιότητα των αρχοντικών της. Η Εράτυρα υπήρξε επίσης σημαντικό οικονομικό και καλλιτεχνικό κέντρο και διασώζει σήμερα πολλά από τα αρχοντικά της αλλά και αγροτικές κατοικίες αυτής της περιόδου. Αντίστοιχα αλλά σε μικρότερη κλίμακα κάνουν την εμφάνισή τους αξιόλογα αρχιτεκτονικά δείγματα στο Τσοτύλι, τη Βλάστη και τους Πύργους Εορδαίας. Στο δυτικό τμήμα του Βοΐου, συναντιούνται επίσης παραδοσιακοί οικισμοί, αρχιτεκτονικά σύνολα ή και μεμονωμένα κτίσματα όπως τα πετρόκτιστα γεφύρια.

 Η Κοζάνη εμφανίστηκε ως οικισμός στις αρχές του 17ου αι., ενώ νωρίτερα, από τα μέσα του 15ου αι., υπήρχαν στην περιοχή μικρές εγκαταστάσεις γεωργών και κτηνοτρόφων. Πρώτη αναφορά της πόλης ως Κοζάνη γίνεται στον κώδικα της Ζάβορδας που συντάχθηκε στα 1692. Άλλη επίσημη αναφορά της υπάρχει σε χρυσόβουλο του ηγεμόνα της Βλαχίας Ροδόλφου Καντακουζηνού του έτους 1730.

Σύντομα γνώρισε σημαντική οικονομική και πνευματική άνθηση και απέκτησε αστικό χαρακτήρα. Οι κάτοικοι της επιδόθηκαν στις τέχνες και το εμπόριο. Οργανωμένοι σε συντεχνίες ασκούσαν το επάγγελμα του ράφτη, του γουναρά, του υποδηματοποιού, του βυρσοδέψη, του υφαντή κ.α. Στα χρόνια αυτά το εμπόριο διευρύνθηκε και επεκτάθηκε από τους Κοζανίτες στον ευρωπαϊκό χώρο και ιδιαίτερα προς την Ουγγαρία, την Αυστρία και τη Ρουμανία.

Στα 1745 επί επισκόπου Μελετίου, ύστερα από ενέργειες Κοζανιτών, μεταφέρθηκε στην πόλη από τα Σέρβια η έδρα της επισκοπής η οποία εφεξής ονομάζεται Σερβίων και Κοζάνης. Τότε κατασκευάστηκε και το επισκοπείο. Ένα χρόνο αργότερα επαναλειτούργησε αναβαθμισμένη η Σχολή με πρώτο σχολάρχη τον Ευγένιο Βούλγαρη. Η ευμάρεια των κατοίκων της κατά το 18ο αι. είχε σαν αποτέλεσμα την κατασκευή αρχοντικών με ξυλόγλυπτους και ζωγραφικούς διακόσμους δείγματα των οποίων εκτίθενται στο μουσείο Μπενάκη (Αθήνα) και στο Ιστορικό - Λαογραφικό μουσείο της πόλης.