Η πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής

Μνημεία

Σήμερα με τον όρο μνημείο αποδίδεται γενικότερα οτιδήποτε διασωθέν οικοδόμημα από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, συμπεριλαμβανομένων όλων των ενδιάμεσων ιστορικών περιόδων, δηλαδή πάσης φύσεως έργων τέχνης και λόγου που θεωρούνται αριστουργήματα. Στη σύγχρονη αντίληψη αναζήτησης, διάσωσης και διατήρησης αυτών ως πολιτιστικά αγαθά αναπτύχθηκε έντονα η έννοια της προστασίας και συντήρησης αυτών, ανεξάρτητα της χρηστικής τους αξίας. Για τα τελευταία φαίνεται να ξεκίνησε η αντίληψη προστασίας τους μόλις τον 19ο αιώνα όταν η καταστροφή παλαιών μνημείων είχε αρχίσει προκειμένου να εξυπηρετηθούν άλλοι λόγοι κυρίως οικιστικοί μετά την έντονη αστυφιλία που παρατηρήθηκε ως συνέπεια της βιομηχανικής επανάστασης.

Περιφερειακή Ενότητα Γρεβενών

Ναός Αγίου Νικολάου - Δίπορο

Ο ναός του Αγίου Νικολάου στο Δίπορο είναι ένας μονόχωρος κοιμητηριακός ναός. Η τοιχοποιία του είναι από αργολιθοδομή και καλύπτεται με δίρριχτη ξύλινη στέγη. Ο ναός, κατάγραφος στο εσωτερικό του, κοσμείται με τοιχογραφίες του 16ου αιώνα, οι οποίες επιζωγραφίσθηκαν το 19ο αι. Σώζεται το ξύλινο τέμπλο του ιερού το οποίο κατασκευάσθηκε επίσης το 19ο αιώνα.

 

 

Ναός Αγίου Νικολάου - Σαρακήνα

Ο ναός του Αγίου Νικολάου στη Σαρακήνα αποτελεί αξιόλογο μεταβυζαντινό μνημείο, κατάγραφο με καλά διατηρημένες τοιχογραφίες του β΄ μισού του 19ου αιώνα. Όπως μας πληροφορεί η λιθανάγλυφη επιγραφή στο υπέρθυρο της νότιας θύρας του, ανεγέρθηκε τη 10η Μαΐου 1858.

Πρόκειται για τρίκλιτη θολωτή βασιλική με πρόναο-γυναικωνίτη στον όροφο και χαγιάτι στη νότια και δυτική πλευρά, που αποτελείτο από υπερυψωμένο λίθινο πεζούλι, στο οποίο εδραζόταν χαμηλή, επίσης λίθινη τοξοστοιχία. Ο ναός είναι κτισμένος με ημιλαξευμένους ορθογώνιους, ενίοτε πλακαρούς λίθους, με μικρότερες πέτρες και κονίαμα ως συνδετικό υλικό. Ιδιαίτερα επιμελημένη είναι η αψίδα με ψευδοϊσόδομη τοιχοδομή, οι γωνίες των τοίχων και οι λαμπάδες των ανοιγμάτων με λαξευμένους ορθογωνικούς λίθους μεγαλύτερων διαστάσεων. Η αψίδα του ιερού εξωτερικά φέρει έξι παραστάδες σε δύο ζώνες, που δημιουργούν αβαθείς κόγχες. Η στενότερη άνω ζώνη διακοσμείται στα ενδιάμεσα κενά με λιθανάγλυφα. Επάνω από αυτή, στην τοιχοποιία του ναού ανοίγεται κυκλικός διακοσμητικός φεγγίτης, που εγγράφεται σε ορθογώνιο λίθινο πλαίσιο. Στο εσωτερικό ο γυναικωνίτης εισέχει στο κεντρικό κλίτος με κάθετες τις στενές πλευρές του σε σχήμα Π. Το κεντρικό κλίτος του ναού στεγαζόταν με λίθινη καμάρα που ενισχυόταν κατά διαστήματα με πέτρινα ανακουφιστικά τοξύλια.

Σήμερα, το χαγιάτι στη νότια και δυτική πλευρά του ναού έχει αποκατασταθεί στην αρχική του μορφή, με βάση τα υπάρχοντα λείψανα στην τοιχοποιία και παλαιές φωτογραφίες. Παλαιότερα είχε δεχθεί νεωτερικές επεμβάσεις με σύγχρονα υλικά, οι οποίες αλλοίωσαν την αρχική του μορφή στη νότια πλευρά. Η δυτική πλευρά του χαγιατιού είχε καθαιρεθεί για να αντικατασταθεί από κλειστό διαμέρισμα στο βορειοδυτικό τμήμα του ναού, που εφαπτόταν στις τσιμεντοκολώνες του νεωτερικού κωδωνοστασίου, το οποίο είχε ανεγερθεί στον άξονα της εισόδου του. Το μνημείο υπέστη ζημιές από τον καταστρεπτικό σεισμό της 13ης Μαΐου του 1995 και η στερέωση-αποκατάστασή του πραγματοποιήθηκε από την 11η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

 

Ναός Αγίας Παρασκευής - Παλαιοχώρι

Ο ναός της Αγίας Παρασκευής στο Παλαιοχώρι είναι τρίκλιτη βασιλική του β΄ μισού του 19ου αιώνα, που κοσμείται με αξιόλογες τοιχογραφίες της περιόδου αυτής στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της. Σύμφωνα με τις λιθανάγλυφες επιγραφές, που σώζονται στην αψίδα του ιερού, οικοδομήθηκε το 1873.

Ο ναός διαθέτει νεωτερικό γυναικωνίτη και χαγιάτι στη νότια πλευρά, ενώ βορειοανατολικά έχει προστεθεί ανεξάρτητο πυργοειδές κωδωνοστάσιο, που χρονολογείται στο 1897. Είναι κτισμένος με ημιλαξευμένους, ορθογώνιους, ενίοτε πλακαρούς, λίθους με μικρότερες πέτρες και κονίαμα ως συνδετικό υλικό. Ιδιαίτερα επιμελημένη είναι η αψίδα, οι γωνίες των τοίχων και οι λαμπάδες των ανοιγμάτων με λαξευμένους ορθογωνικούς λίθους μεγαλύτερων διαστάσεων. Η ημικυκλική αψίδα του ιερού φέρει έξι παραστάδες με αβαθείς ορθογώνιες κόγχες και λιθανάγλυφα στην ανώτερη ζώνη. Ακριβώς πάνω από αυτήν ανοίγονται στην τοιχοποιία διακοσμητικοί φεγγίτες κοιλόκυρτου σχήματος εκατέρωθεν κυκλικού. Στο εσωτερικό του ναού, τα πλάγια κλίτη στεγάζονται με ξύλινη σανιδωτή οροφή, ενώ το κεντρικό με νταμπλαδωτή διακοσμημένη με ρόδακες. Ο ναός διαθέτει ξυλόγλυπτο τέμπλο του 1875 με γραπτό φυτικό διάκοσμο.

Στις δεκαετίες 1960-70 ανακατασκευάσθηκαν με νεωτερικά, σύγχρονα υλικά ο αρχικός γυναικωνίτης και το παλαιό χαγιάτι της νότιας πλευράς, το οποίο προεκτάθηκε καταλαμβάνοντας και τη δυτική. Ο ναός υπέστη ζημιές από τον καταστρεπτικό σεισμό της 13ης Μαΐου του 1995 και το έργο της στερέωσης-αποκατάστασής του πραγματοποιήθηκε από την 11η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων κατά τα έτη 1997-2001, οπότε και καθαιρέθηκαν οι πρόσφατες κατασκευές.

 

Μονή Ζάβορδας

Στο Καλίστρατο όρος, δίπλα στον Αλιάκμονα ποταμό, βρίσκεται το ιστορικό μοναστήρι της Ζάβορδας. Ιδρύθηκε από τον Θεσσσαλονικέα όσιο Νικάνορα στις αρχές του 16ου αιώνα. Οργανώνεται γύρω από μία εσωτερική αυλή, κατά τα πρότυπα των μοναστηριών του Αγίου Όρους. Στο κέντρο της αυλής βρίσκεται το καθολικό, τρίκογχος ναός οθωνικού τύπου.

Το εσωτερικό του είναι κατάγραφο με τοιχογραφίες του 16ου και 19ου αιώνα. Στη νότια πλευρά του ναού υπάρχει ο τάφος του κτήτορα.

 

Κοίμησης της Θεοτόκου - Νουμπενίτσα

Ο ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου βρίσκεται στα νότια του εγκαταλειμμένου οικισμού της Νουμπενίτσας ή Λουμπενίτσας, στο νοτιοανατολικό άκρο της Π.Ε. Γρεβενών. Είναι μονόχωρος κοιμητηριακός ναός από αργολιθοδομή και ξύλινη στέγη. Κοσμείται με τοιχογραφίες του 1790. Το μνημείο υπέστη σοβαρές φθορές από το σεισμό που έπληξε το 1995 την περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας.

 

 

Πέτρινα γεφύρια

Το 1995, μετά από ενέργειες της Περιφερειακής Ενότητας Γρεβενών, η 11η Εφορεία Βυζαντινών Μνημείων της Βέροιας κήρυξε τα γεφύρια της Π.Ε. , διατηρητέα μνημεία. Η τεχνοτροπία τους είναι σε γενικές γραμμές η ίδια.

Εξαίρεση αποτελεί μόνο το γεφύρι κάτω από το βουνό Νιδρούζι, ανάμεσα στα χωριά Αλατόπετρα και Πρόσβορο. Το γεφύρι αυτό είχε ιδιαίτερο μέγεθος λίθων με τέλεια λάξευση και τοποθέτηση. Σημαντικό για το μέγεθος του τόξου του (το μεγαλύτερο στη Μακεδονία) είναι το γεφύρι του Αζίζ-Aγά, το οποίο κτίσθηκε το 1727 και έχει μήκος 70μ. και ύψος 15μ.

Για αναλυτικότερες πληροφορίες των γεφυριών πατήστε εδώ.

Μύλος του Μπούσιου

Στα δυτικά της πόλης, εκεί που λέγεται ότι υπήρχε ο παλιός οικισμός Αυλαίς και σήμερα είναι ο συνοικισμός των Εργατικών κατοικιών, βρίσκεται ο Μύλος του Μπούσιου. Κτίσμα του περασμένου αιώνα, αποτελεί τη μοναδική μαρτυρία βιομηχανικού κτιρίου της περιοχής και είναι δείγμα σπάνιας αρχιτεκτονικής. Πρόκειται για έναν προηγμένης τεχνολογίας για την εποχή του αλευρόμυλο, που λειτούργησε ασταμάτητα για έναν αιώνα περίπου και η δραστηριότητά του ξεπερνούσε τα όρια της Τουρκικής επικράτειας (Μασσαλία, Προύσα, Βομβάη, Λονδίνο). Βασική κινητήρια δύναμή του ήταν το νερό, που υπήρχε άφθονο το χειμώνα, ενώ το καλοκαίρι χρησιμοποιούνταν η δυτικοευρωπαϊκής προέλευσης ατμομηχανή. Η σημερινή του κατάσταση πολύ λίγο θυμίζει τα περασμένα του μεγαλεία, κάποτε ωστόσο αποτελούσε κινητήριο μοχλό της τοπικής οικονομίας. Ο αλευρόμυλος του Μπούσιου λειτουργούσε για περίπου 100 χρόνια, το χειμώνα με τη δύναμη του νερού και τον υπόλοιπο καιρό με ατμομηχανή. Ακριβώς δίπλα του βρίσκεται σήμερα η γραμματεία των Τ.Ε.Ι. Γρεβενών, ενώ ακαλαίσθητες σκαλωσιές «αγκαλιάζουν» ό,τι έχει απομείνει σήμερα από αυτόν.

end faq

Περιφερειακή Ενότητα Καστοριάς

Απολιθωμένο δάσος στο Νόστιμο

Η ηλικία του φτάνει τα 20 εκατομμύρια έτη ενώ εκεί υπάρχουν ευρήματα του παλαιοφυτικού και παλαιοζωικού βασιλείου. Επίσης υπάρχουν είδη σπάνιων φυτικών απολιθωμάτων, όπως κορμοί, ρίζες, κλαδιά, αλλά και απολιθωμένοι θαλάσσιοι οργανισμοί, όπως στρείδια, αχινοί, αστερίες κτλ. Ανάμεσα στα ευρήματα, είναι και το απολιθωμένο δόντι προϊστορικού τεράστιου φυτοφάγου ζώου καθώς και το δόντι ενός καρχαρία που υπολογίζεται ότι είχε μήκος 20-25 μέτρα. Καλόν είναι οι επισκέπτες να τηλεφωνούν πρώτα, για να ενημερωθούν για το ωράριο λειτουργίας του Μουσείου, στο οποίο φυλάσσονται τα ευρήματα. Σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Βελιτζέλο το Δάσος βρίσκεται μέσα σε δελταικές προσχώσεις της προϊστορικής θάλασσας τα κύματα της οποίας έβρεχαν την ευρύτερη περιοχή Καστοριάς. Το Απολιθωμένο Δάσος Νοστίμου αποτελεί ένα από τα πιο αξιόλογα ευρήματα του ευρωπαϊκού χώρου. Υπάρχει μεγάλος αριθμός κορμών, μήκους 5 έως 10 μέτρων και διαμέτρου 40 έως 80 εκατοστών. Κάτω από ευνοϊκές συνθήκες απολιθώθηκε και η φυτική ύλη έγινε πέτρα, ηλικίας περίπου 15-20 εκατομμυρίων χρόνων.

 

Βυζαντινό κάστρο

Η πόλη της Καστοριάς, σ' όλη τη διάρκεια της πολυτάραχης ιστορίας της, εκτός από τη φυσική οχύρωση που της προσέφερε περιμετρικά η λίμνη, περιβαλλόταν από ισχυρά τείχη, τα οποία της παρείχαν επιπλέον ασφάλεια. Μία στενή λωρίδα γης προσέφερε τη μοναδική είσοδο από την ξηρά. Από τα χρόνια του Ιουστινιανού υψώνονταν στον λαιμό της χερσονήσου ισχυρότατα τείχη, τα οποία οικοδομήθηκαν στην απότομη πλαγιά ενισχυμένα με στρόγγυλους και τετράγωνους πύργους. Από ισχυρά τείχη περικλειόταν και η βυζαντινή πόλη πάνω στη χερσόνησο. Οι Βυζαντινοί κατοικούσαν και έξω από την περιτειχισμένη πόλη, όπου υπήρχαν σημαντικοί ναοί, μικρά και μεγάλα μοναστήρια και νεκροταφεία. Τα Ιουστινιάνεια τείχη της Καστοριάς ανακαινίστηκαν στα μεσοβυζαντινά και υστεροβυζαντινά χρόνια, προκειμένου να ενισχυθεί η οχύρωση της πόλης και να εξασφαλιστεί η σπουδαία από στρατηγικής άποψης θέση της Καστοριάς. Το "δύσβατο" και "οχυρόν" της Καστοριάς τονίζουν τόσο οι βυζαντινοί συγγραφείς, όσο και οι ξένοι περιηγητές που επισκέφτηκαν την πόλη. Στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας, οι επεμβάσεις στα βυζαντινά τείχη της πόλης ήταν ελάχιστες και αποσκοπούσαν κυρίως στη συντήρησή τους. Στα τέλη του 19ου αιώνα, κατατσράφηκαν τμήματα του τείχους του λαιμού της χερσονήσου, για να ανοικοδομηθούν κτίρια της ήδη παρακμάζουσας τουρκικής διοίκησης.

Βυζαντινές εκκλησίες

Κυρίαρχο ρόλο στα μνημεία της Καστοριάς καταλαμβάνουν οι 61 σωζόμενες βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες. Έχουν κυρηχθεί διατηρητέα μνημεία από το 1924 ώς το 1991 με κατά καιρούς είτε Προεδρικές διαταγές είτε Υπουργικές αποφάσεις. Σήμερα στέκουν ολόρθιες θυμίζοντας την εικόνα της agios-gewrgiosπόλης στη Βυζαντινή και  τουρκοκρατούμενη εποχή και δηλώνουν με τον πιο απερίφραστο τρόπο το πλούσιο θρησκευτικό και πολιτιστικό υπόβαθρο της Καστοριάς.

Η Καστοριά με τις 72 εκκλησίες της είναι η μόνη πόλη στην Ελλάδα που σώζει σε μεγάλο βαθμό αδιάλειπτα τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή μνήμη. Με εξαίρεση το Άγιον Όρος μόνο στην Καστοριά υπάρχουν φορητές εικόνες της Κρητικής Σχολής και μάλιστα πρώιμης χρονολογίας. Οι εκκλησίες, οι τοιχογραφίες,οι φορητές εικόνες και τα αρχοντικά, είναι μάρτυρες οικονομικής ακμής και πολιτισμού σχεδόν 10 αιώνες περίπου. H ανέγερση των εκκλησιών της Καστοριάς, όπως του Αγίου Γεωργίου 1085 από τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Αλέξιο Κομνηνό συνεχίστηκε από μια πλειάδα της εκάστοτε μακραίωνης τοπικής αριστοκρατίας ως κτητόρων, όπως π.χ. των Αγίων Αναργύρων και του Νικολάου Κασνίτζη. Το μοναστήρι της Μαυριώτισσας του 11ου αιώνα είναι τοιχογραφημένο και στην εξωτερική όψη, όπως συνηθίζεται στη Βόρεια Ελλάδα και στα Βαλκάνια. Στις τοιχογραφίες του ναού, επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας, είχαν αφαιρεθεί τα μάτια από όλα τα εικονιζόμενα πρόσωπα.
panagia-kourmpelidikiΜερικές από τις βυζαντινές και μεταβυζαντινές εκκλησίες που σώζονται σήμερα στη Καστοριά είναι οι:
Η Παναγία η Καστριώτισσα, γνωστή ως Κουμπελίδικη, αρχές του 11ου αι. (1020-1025) κατά την επικρατέστερη άποψη (Krautheiemer, Wharto-Epstein) που βασίζεται στο ιστορικό γεγονός της λήξης των επιχειρήσεων (1019) για την εκδίωξη των Βουλγάρων από τον Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Βασίλειο Β΄ Βουλγαροκτόνο. Είναι η μοναδική εκκλησία της Καστοριάς με τρούλο και η μοναδική με την απεικόνιση της Αγίας Τριάδας.

  • Ιερά Μονή της Μαυριώτισσας (περί τα τέλη του 11ου αι.) που προϋπήρχε της Κουμπελίδικης ως Μοναστηρικό συγκρότημα.

Χτισμένη το 1082 επί Βυζαντινού Αυτοκράτορα Αλεξίου Α΄ Κομνηνού, αυτός ο Βυζαντινός θησαυρός βρίσκεται σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων από το κέντρο της Καστοριάς, δίπλα στη λίμνη. Το καθολικό της μονής ανήκει στην κατηγορία των μονόχωρων, ξυλόσκεπων βασιλικών. Στα ανατολικά του ναού η αψίδα είναι ημικυκλική, ενώ στα δυτικά σχηματίζεται ένας ευρύχωρος νάρθηκας. Οι τοιχογραφίες που

Μονή Παναγίας Μαυριώτισσας διακρίνονται στον ανατολικό τοίχο του καθολικού της μονής τοποθετούνται στο πρώτο μισό του 12ου αιώνα και η παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας στον ανατολικό και νότιο τοίχο του νάρθηκα, στο τέλος του. Οι εξωτερικές τοιχογραφίες, που απεικονίζουν Αυτοκράτορες και τους Αγίους Δημήτριο και Γεώργιο, τοποθετούνται γύρω στο 1260. Κατά τη διάρκεια των αιώνων έχουν γίνει διάφορες επισκευές στο κτίσμα με αποτέλεσμα να καταστραφεί μεγάλο μέρος της αγιογράφησης. Πρόσφατα επέστρεψε στην μονή μια σπάνια εγχάρακτη πλάκα-τυπογραφική μήτρα που αναπαριστά την Κοίμηση της Θεοτόκου. Με αυτή την πλάκα οι μοναχοί τύπωναν γκραβούρες. Κατασκευάστηκε το 1749 στη Βιέννη για λογαριασμό της μονής, με δαπάνη του Καστοριανού Μανουήλ Τσιατλαμπάση. Στο χώρο της μονής υπάρχουν κι άλλα μεταγενέστερα κτίρια, το μουσείο κι ένα παρεκκλήσι στη μνήμη του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου.

  • Ο Άγιος Στέφανος του (11ου αι.) είναι η μοναδική παλιά εκκλησία με γυναικωνίτη.
    agios-stefanos

  • Ο Ταξιάρχης Μητροπόλεως (11ου αι.)
  • Οι Άγιοι Ανάργυροι (12ου αι.) είναι ο μοναδικός ναός στην Καστοριά που έχει μαρμάρινο διάκοσμο, αμφικιόνια, επίκρανα και περιθυρώματα με ποικίλα ανάγλυφα σ΄όλες τις πύλες.
    agioi-anargiroi
  • Ο Άγιος Νικόλαος του Κασνίτζη (δεύτερο ήμισυ 12ου αι.). Ονομάσθηκε έτσι από τον κτήτορά της μάγιστρο Νικηφόρο Κασνίτση, για να διακρίνεται από τους υπόλοιπους 11 ναούς που είναι αφιερωμένοι στον ίδιο Άγιο.
  • Άγιος Αθανάσιος του Μουζάκη κοντά στη Μητρόπολη, η μικρή μονόχωρη ξυλόστεγη εκκλησία με κτητορική επιγραφή Θεοδώρου Μουζάκη.Ανειγέρθη κέ ὴνεκενίστει ἐκ βάθρου κέ κόπου κέ μόχθου ὁ θείος και πάνσεπτος ναός οὐτος... (1392)
  • Ναός Αγίων Τριών (14ου αι.)
  • Ναός Αγ. Νικολάου Μαγαλειού (16ου αι.)

 

Παναγία Κουμπελίδικη

 

Ο μικρός ναός, που βρίσκεται στην πάλαι ποτέ Βυζαντινή ακρόπολη, είναι το κόσμημα της πόλης της Καστοριάς. Η επωνυμία "Κουμπελίδικη" ανάγεται στους χρόνους της Τουρκοκρατίας, έχει δε σχέση με τον χαρακτηριστικό ψηλό τρούλο του ναού, που στα Τουρκικά σημαίνει κουμπές. Η επωνυμία "Σκουταριώτισσα" είναι η αρχική των Βυζαντινών χρόνων και αναγράφεται στη βάση του τυμπάνου του τρούλου: "...ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΤΗΣ ΕΠΟΝΟΜΑΖΟΜΕΝΗΣ ΣΚΟΥΤΑΡΙΩΤΙΣΣΑΣ ...ΕΚΕΝΟΥΡΓΗΘΗ Ο ΘΕΙΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΚΑΙ ΑΚΑΤΑΜΑΧΗΤΟΥ ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΚΟΠΟΥ ΚΑΙ ΕΞΟΔΟΥ ΤΟΥ ΠΑΝΕΥΓΕΝΕΣΤΑΤΟΥ...". Η επωνυμία "ακαταμάχητος" έχει σχέση με τα τείχη της ακρόπολης και την προστασία τους.

Ο τύπος του μνημείου ανήκει στον τρίκογχο ναό μετά τρούλλου. Ο κεντρικός τετράγωνος χώρος του ναού στεγάζεται με τρούλλο, ο οποίος στηρίζεται πάνω σε τέσσερα τόξα, που υψώνονται στις τέσσερις πλευρές του τετραγώνου και μεσολαβούν ανάμεσα στον κεντρικό τετράγωνο χώρο και στις ημικυκλικές κόγχες. Τα υπερυψωμένα τόξα σχηματίζουν στην αναδομή σταυρό, πάνω στον οποίο κάθεται η κυκλική βάση του τρούλου. Στη δυτική πλευρά του κεντρικού χώρου συνεχίζεται στενός νάρθηκας, που καλύπτεται από ημικυκλική καμάρα. Δυτικότερα, συνεχίζεται ο δεύτερος νάρθηκας (εξωνάρθηκας), ο οποίος αποτελεί μεταγενέστερη προσθήκη του τέλους του 15ου αιώνα. Μεγάλη εντύπωση προκαλεί ο κεραμοπλαστικός διάκοσμος του τρούλλου, ο οποίος δίνει και τη διαφορετική αίσθηση. Η αρμονία στη διάταξη των όγκων και η ξεχωριστή επιμέλεια στη διακόσμηση των όψεων πιστοποιούν την ευρηματικότητα και την έμπνευση του αρχιτέκτονα.

Το κτίσμα, σύμφωνα με παλαιότερους μελετητές (Millet, Ορλάνδος, Πελεκανίδης, Megan, Krautheimer) ανήκει χρονικά στον 10ο-11ο αιώνα, συγκρινόμενος με ναούς της Μεσηβρίας και της Ηπείρου. Εσωτερικά, η ζωγραφική των τοιχογραφιών (κυρίως ναός, νάρθηκας, εξωνάρθηκας) καλύπτει μια χρονική περίοδο από τον 13ο έως και τον 17ο αιώνα. Στον κυρίως ναό, οι παλαιότερες τοιχογραφίες, που σώζονται σε κακή κατάσταση (λόγω των γνωστών προβλημάτων από τον βομβαρδισμό του μνημείου το 1940), ανήκουν χρονικά στα μέσα του 13ου αιώνα. Οι σκηνές που είναι ευδιάκριτες από το συνολικό εικονογραφικό πρόγραμμα και μέσω των οποίων μπορούμε να εκτιμήσουμε την αξία της ζωγραφικής, είναι η Κοίμηση της Θεοτόκου στον δυτικό τοίχο και η Αγία Τριάδα στην ημικυλινδρική καμάρα του εσωνάρθηκα. Από άποψης τεχνοτροπίας, στις συνθέσεις επικρατεί λιτό πνεύμα και το αρχιτεκτονικό βάθος και το τοπία χρησιμοποιούνται σωστά. Στα χρώματα, ο προπλασμός είναι πράσινος, ενώ το πλάσμα γίνεται με ώχρα. Η ζωγραφική του 14ου και 15ου αιώνα, που τη συναντούμε εσωτερικά και εξωτερικά στο νάρθηκα, σώζεται σε καλή κατάσταση, όπως επίσης και αυτή του 17ου αιώνα. Χαρακτηριστική σπάνια σκηνή στις εξωτερικές τοιχογραφίες, είναι ο χορός της Σαλώμης (1496), ενώ κάτω απ' αυτήν διακρίνεται η Δέηση, που είναι παλαιότερο στρώμα του τέλους του 14ου αιώνα.

Άγιος Στέφανος

Ο ναός βρίσκεται στην ανατολική πλευρά της πόλης, στους πρόποδες του βουνού του Αγίου Αθανασίου. Είναι τρίκλιτη θολοσκέπαστη βασιλική με νάρθηκα. Τα κλίτη καλύπτονται από ημικυλινδρικούς θόλους εκ των οποίων ο μεσαίος είναι αισθητά υπερυψωμένος. Εσωτερικά, οι τοίχοι των κλιτών διατρυπώνται από τοξωτά ανοίγματα. Στον νάρθηκα, όπου σχηματίζεται και όροφος, η κάλυψη γίνεται με θόλο μορφής τέταρτου κύκλου. Ο όροφος είναι το αποκαλούμενο "ασκητάριο", το οποίο είναι αφιερωμένο στην Αγία Άννα. Στην ανατολική πλευρά, διατηρείται στο ιερό το σύνθρονο, σημάδι που τονίζει τη σημαντικότητα του μνημείου, όπως και τον αρχαϊκό του χαρακτήρα. Εξωτερικά, οι όψεις του διακοσμούνται με τον γνωστό τρόπο της εναλλαγής σε διάφορα σχήματα του γκριζωπού ακανόνιστου ασβεστόλιθου και των κεραμικών πλακών. Επιπλέον διακοσμητικά στοιχεία εμφανίζονται εδώ οι χαραγμένοι κεραμικοί πλίνθοι σε σχήμα Χ, που δημιουργούν μια ζωφόρο πάνω από τα παράθυρα απ' όλες τις πλευρές του υπερυψωμένου ορθογώνιου φωταγωγού. Η ανατολική όψη του κεντρικού κλίτους έχει και δύο ήλιους σχηματισμένους από βήσαλα (κεραμικές πλάκες).

Όλα τα παράθυρα του Αγίου Στεφάνου είναι μονόλοβα και διαφορετικά μεταξύ τους, χωρίς να διαταράσσουν την ισορροπία στα ανοίγματα. Διαφέρει το μέγεθος και το άνοιγμα των τόξων. Η διακόσμηση των παραθύρων γίνεται με οδοντωτές ταινίες.Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του ναού σε σχέση με τα άλλα μεγάλα μνημεία της πόλης, είναι η ημιεξαγωνική αψίδα του ιερού.Εσωτερικά, ο ναός είναι διακοσμημένος με τοιχογραφίες, που προέρχονται από διαφορετικές εποχές. Από τον 9ο αιώνα μέχρι και τον 15ο αιώνα. Ξεχωρίζουν οι τοιχογραφίες της πρώτης φάσης (τέλη 9ου αιώνα), κυρίως για τις πολύτιμες πληροφορίες που μεταφέρουν για την τέχνη της μεταεικονομαχικής περιόδου.

Άγιοι Ανάργυροι

Από τα αρχαιότερα μνημεία της Καστοριάς, έχει κτισθεί στην απότομη πλαγιά της βόρειας πλευράς της πόλης. Είναι τρίκλιτη βασιλική με νάρθηκα. Το μεσαίο κλίτος υπερυψώνεται αρκετά, ώστε να φαντάζει σαν "ορθογώνιος" τρούλος. Ο νάρθηκας επικοινωνεί με τον ναό, μέσω τριών εισόδων, εκ των οποίων η νότια έχει αχρηστευτεί από τους Βυζαντινούς ακόμη χρόνους. Η εξωτερική διακόσμηση των όψεων είναι αρκετά ασυνήθιστη και αξιόλογη και δεν περιορίζεται μόνο στην εναλλαγή σχημάτων κεραμικών πλίνθων και ακανόνιστων λίθων, αλλά έχει και μαρμάρινο διάκοσμο, αμφικιόνια, επίκρανα και παραθυρώματα. Η εσωτερική διακόσμηση του ναού αποτελείται από δύο στρώματα. Το πρώτο στρώμα ζωγραφικής, το οποίο διακρίνεται σε ορισμένα τμήματα των τοιχών του νάρθηκα, υπολογίζεται ότι ανήκει χρονικά στις αρχές του 11ου αιώνα. Του δεύτερο στρώμα, μεταφέρει την πιο όμορφη ζωγραφική της Καστοριάς από τις τελευταίας δεκαετίες του 12ου αιώνα. Είναι η περίοδος της βασιλείας των Κομνηνών και οι χορηγοί της διασκόσμησης του ναού, η οικογένεια των Λημνιωτών, επιδεικνύουν την πολιτιστική τους στάθμη μέσω αυτού του έργου. Την ζωγραφική αυτή δημιούργησαν καλλιτέχνες με ιδιαίτερα χαρίσματα.

Άγιος Γεώργιος του βουνού

Μνημείο του 14ου αιώνα, που βρίσκεται στη συνοικία Βαρλαάμ, ονομάζεται δε "του βουνού", επειδή είναι κτισμένο στους πρόποδοες του βουνού του Αγίου Αθανασίου. Είναι μικρή μονόκλιτη βασιλική με νάρθηκα από τις δύο πλευρές, δυτική και νότια. Η είσοδός του βρίσκεται στη νότια πλευρά. Είναι απλή κατασκευή, λιθόκτιστη, με συνδετικό υλικό τη λάσπη, όπως συνηθίζεται στα περισσότερα μνημεία της Καστοριάς του δευτέρου μισού του 14ου αιώνα.

Ο ναός εσωτερικά είναι κατάγραφος με τοιχογραφίες του δευτέρου μισού του 14ου αιώνα. Δυστυχώς, ενώ δημιουργήθηκε θέση πάνω από την είσοδο του ναού για την επιγραφή, για ανεξήγητους λόγους δεν γράφτηκε. Ο νάρθηκας του μνημείου είναι επίσης κατάγραφος με τοιχογραφίες του 17ου αιώνα. Εδώ όμως υπάρχει επιγραφή.

 

Άγιοι τρεις

Μονόχωρη ξυλόστεγη βασιλική με μεταγενέστερες προσθήκες στη βόρεια και τη νότια πλευρά υπό μορφή ανοιχτών προστώων. Όταν έγιναν αυτές οι προσθήκες επισκευάστηκε και η δυτική πλευρά του ναού. Ο ναός εσωτερικά ήταν κατάγραφος. Καλύφθηκαν όμως οι τοιχογραφίες με ασβέστη, ίσως μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Έγιναν προσπάθειες αποκάλυψης των τοιχογραφιών από συντηρητές, με αποτέλεσμα να εμφανιστούν εκτός από κάποιες φιγούρες Αγίων και η κτητορική επιγραφή.

Χρόνος δημιουργίας των τοιχογραφιών είναι το 1401. Η τοιχογράφηση είναι σύγχρονη με την κατασκευή του ναού. Η επισκευή της δυτικής πλευράς και η σύγχρονη κατασκευή των ανοιχτών προστώων φέρουν χαρακτηριστικά του 19ου αιώνα. Κατά τη διάρκεια αυτής της επέβασης έγινε μερική επισκευή στη στέγη του ναού. Η ζωγραφική είναι καλής ποιότητας και προσφέρει εξαιρετικές πληροφορίες για την τέχνη της Καστοριάς στις αρχές του 15ου αιώνα.

Πλίνθινα Κορεστείων

Τα Κορέστεια θυμίζουν κινηματογραφικό σκηνικό - ήταν επιλογή του Θόδωρου Αγγελόπουλου για να γυρίσει σκηνές από «Το μετέωρο βήμα του πελαργού» και του Παντελή Βούλγαρη για την «Ψυχή Βαθιά». Ο παλιός οικισμός έχει εγκαταλειφτεί πριν από πολλά χρόνια. Βουλιάζοντας στην απόλυτη σιγή, ακούμε τους τριγμούς από την κατάρρευση των τοίχων των άδειων σπιτιών, που δεν μπορούν να σηκώσουν το βάρος της μάζας του χιονιού. Εγκατάλειψη και μοναξιά, τοπίο ναρκωμένο. Μέσα σε αυτή την εκκωφαντική σιωπή συνειδητοποιείς την «άλλη» Ελλάδα, που δεν την έχει αγγίξει το ραβδί της τουριστικής ευωχίας. Τα σπίτια, που χρονολογούνται από τις αρχές του περασμένου αιώνα, είναι χτισμένα με πλίνθους, πηλό και λάσπη.

Μόνο στη θεμελίωσή τους χρησιμοποιήθηκε λιθοδομή, στην οποία στηρίζονταν οι πλίνθοι για να γίνει στέρεο το κτίσμα. Τα τούβλα που χρησιμοποιήθηκαν για την οικοδόμησή τους είναι ανεπίχριστα, άψητα, ωμά. Αποτελούνται από λάσπη και άχυρα που χύθηκαν σε απλό καλούπι, που ξεράθηκε στον ήλιο. Οι στέγες σκεπάζονταν με ξύλα, καλάμια και κεραμίδια. Φτιαγμένα από λάσπη και πηλό, ταυτόχρονα ταπεινά και εντυπωσιακά, έχουν ένα χαρακτηριστικό κόκκινο χρώμα και ξεπροβάλλουν πίσω από τις καρυδιές. Ολα τα κτίσματα κοιτάζουν προς μία κατεύθυνση, την ευεργετική δηλαδή νότια πλευρά. Δεν υπάρχει κανένα άνοιγμα στη βορινή πίσω όψη. Οπως φαίνεται, η βιοκλιματική αρχιτεκτονική στηρίζει τα θεμέλιά της στη λαϊκή αρχιτεκτονική. Τα σπίτια της «λάσπης» χτίζονταν μέχρι το 1940· μετά τον Εμφύλιο η περιοχή ρήμαξε. Οι κάτοικοι σκόρπισαν σε Αυστραλία, Καναδά και Αμερική.

 

Αγιογραφίες- Εικονογραφίες

toixografiaΟ Ταξιάρχης Μητροπόλεως (υπάρχει και ο Ταξιάρχης στο παλαιό Γυμνάσιο) μετά τον Άγιο Στέφανο είναι η δεύτερη εκκλησία στην Καστοριά που διατηρεί σε σημαντική έκταση τοιχογραφίες του 13ου αι., μεταξύ των οποίων διακρίνεται η μητέρα του αφιερωτή Μιχαήλ Ασέν Α΄, Ειρήνη Κομνηνή, ο Επιτάφιος Θρήνος και η δεομένη Παναγία.

Η τεχνοτροπική ομοιότητα των τοιχογραφιών του 11ου αι. στους ναούς του Αγίου Στεφάνου και του Ταξιάρχη Μητροπόλεως δηλώνει την επαφή των εργαστηρίων της πόλης με άλλα καλλιτεχνικά κέντρα, όπως της Καππαδοκίας και βεβαίως της Κωνσταντινούπολης. Η πλειονότητα των έργων του 12ου αι. χαρακτηρίζεται για την εκφραστικότητα των προσώπων, την επιβλητικότητα και τη δυναμική των μορφών. Οι Άγιοι Ανάργυροι και και ο Άγιος Νικόλαος του Κασνίτζη (πλατεία Ομόνοιας) είναι ναοί με χαρακτηριστικά δείγματα της υψηλής τέχνης που αναπτύχθηκε τον 12ον αι. Ακμάζουσα σχολή τοιχογραφίας και toixografia-mavriwtissasαγιογραφίας αναπτύχθηκε στην Καστοριά κατά το 12ο αιώνα, κυρίως αντικλασικής τεχνοτροπίας, ενώ σπουδαία δείγματα έργων που βρίσκονται σε εκκλησίες της πόλης μαρτυρούν την παρουσία εργαστηρίων προερχόμενα από σημαντικά καλλιτεχνικά κέντρα της εποχής. Το πρώτο μισό του 14ου αιώνα, διαδοχικές στρατιωτικές εκστρατείες συντέλεσαν στην παρακμή της καλλιτεχνικής ζωής της πόλης. Κατά το δεύτερο μισό του αιώνα σημειώθηκε ωστόσο μια νέα περίοδος ακμής, κατά την οποία ένα εκτενές πρόγραμμα τοιχογραφιών περατώθηκε, πιθανώς από τοπικά εργαστήρια ή από καλλιτέχνες με καταγωγή από την Καστοριά. Η πνευματική και καλλιτεχνική ζωή της πόλης συνέχισε να γνωρίζει ακμή κατά το 15ο αιώνα με την ανοχή των οθωμανικών αρχών. Το ύφος που διαπνέει τα έργα αυτής της περιόδου διακρίνεται για τα αντικλασικά στοιχεία του και ταυτόχρονα από τη διάθεση ανανέωσης της βυζαντινής τέχνης εισάγοντας καινοτομίες από καλλιτεχνικά ρεύματα της Δύσης.

 

Σπήλαιο του Δράκου

Το σπήλαιο βρίσκεται στη βόρεια πλευρά της πόλης στο 2ο χλμ της παραλίμνιας οδού Σουγγαρίδη και λίγο πριν από την Μονή της Παναγίας Μαυριώτισσας. Η είσοδος απέχει περίπου 20 μέτρα από τις όχθες της λίμνης και 14 μέτρα από τον δρόμο.

Στο εσωτερικό του υπάρχουν μεγάλα χερσαία και λιμναία τμήματα με εντυπωσιακό σταλακτικό διάκοσμο καθώς περιλαμβάνει 7 υπόγειες λίμνες, 10 αίθουσες και 5 διαδρόμους – σήραγγες. Η μεγαλύτερη αίθουσα του σπηλαίου έχει διαστάσεις 45Χ17 μέτρα με το κεντρικό της τμήμα υπερυψωμένο και τις πλευρές της να καταλήγουν σε λίμνες. Η μεγάλη λίμνη του σπηλαίου που είναι και η βαθύτερη βρίσκεται δυτικά. Η θερμοκρασία εντός του Σπηλαίου είναι σταθερή όλες τις εποχές στους 16-18οc, ενώ η υγρασία φτάνει στο 90%.

Στο εσωτερικό του σπηλαίου του Δράκου εντοπίστηκαν παλαιοντολογικά κατάλοιπα, με κυριότερα τα οστά σπηλαίας άρκτου ή αρκούδας των σπηλαίων (Ursus Speleaus). Το είδος αυτό έζησε στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Πλειστόκαινου και εξαφανίστηκε πριν από περίπου 10.000 χρόνια. Το όνομά της οφείλεται στο γεγονός ότι τα απολιθωμένα λείψανά της εντοπίζονται σχεδόν αποκλειστικά μέσα σε σπήλαια, όπου προφανώς διέμενε για περισσότερο χρονικό διάστημα, σε αντίθεση με την καφέ αρκούδα η οποία χρησιμοποιούσε τα σπήλαια μόνο κατά την διάρκεια της χειμερίας νάρκης. Υπολογίζεται ότι το βάρος των αρσενικών ζώων έφτανε τα 400-500 κιλά και των θηλυκών τα 200-250 κιλά. Ήταν κατά βάση φυτοφάγο και περιστασιακά σαρκοφάγο ζώο.

Είναι σημαντικό ότι έχει ληφθεί κάθε απαραίτητο μέτρο για την ασφάλεια των επισκεπτών και οι επεμβάσεις στο εσωτερικό έγιναν με τρόπο ώστε να μη θιχθεί η φυσική κατάσταση του Σπηλαίου.

Για πληροφορίες όσων αφορά τις επισκέψιμες ώρες ή τιμές εισιτηρίων κτλ  http://www.spilaiodrakoukast.gr/

Η ύπαρξη του σπηλαίου δεν φαίνεται να ήταν γνωστή έως τα νεώτερα χρόνια. Στις γραπτές μαρτυρίες της εποχής της τουρκοκρατίας δεν υπάρχει καμία αναφορά στο σπήλαιο, αλλά ούτε και στις παλαιότερες ιστορικές μαρτυρίες. Πιθανολογείται ότι ή είσοδος του σπηλαίου μέχρι κάποια εποχή δεν ήταν ορατή λόγω προσχώσεων, αλλά και λόγω ότι η παραλίμνια διαδρομή ήταν δύσβατη και προσπελάσιμη μόνο από την λίμνη. Καστοριανοί ερασιτέχνες εξερευνητές, άνθρωποι με περιβαλλοντικές ευαισθησίες στην δεκαετία του ‘40, την εποχή που διανοίχθηκε και ο παραλίμνιος δρόμος από τον στρατηγό Σουγγαρίδη, ήταν οι πρώτοι που ανακάλυψαν και περιέγραψαν το απαράμιλλης ομορφιάς σπήλαιο και έριξαν την πρώτη ιδέα για την αξιοποίησή του. Την εποχή αυτή καταγράφεται και ο μύθος γύρω από τον «Δράκο» της σπηλιάς απ’όπου και το όνομά της.

Ιστορικό Αξιοποίησης

Η Καστοριά οφείλει πολλά στους συμπολίτες μας Νίκο Πιστικό, Κώστα Φράσια, Αναστάσιο Μπασακύρο, Θ. Μορφίδη καθώς και πολλούς άλλους και αργότερα, το 1954 στον Σουηδό εξερευνητή Linberg, που περιηγήθηκαν στο σπήλαιο και ενημέρωσαν την τοπική κοινωνία για τον απαράμιλλης ομορφιάς λιθωματικό διάκοσμό του. Το 1963 Καστοριανοί Πρόσκοποι σε συνεργασία με την Ελληνική Σπηλαιολογική Εταιρεία μας έδωσαν την πρώτη αδρή χαρτογράφηση και τις πρώτες φωτογραφίες του εσωτερικού του, ενώ αργότερα το σπήλαιο καταγράφηκε στο επίσημο ετήσιο Δελτίο της Ελληνικής Σπηλαιολογικής Εταιρείας.spilaiodrakou1

Η πρώτη σοβαρή προσπάθεια έγινε το 1963 από τον Τζώνη Ζερβουδάκη και την Ε.Σ.Ε για την ολοκλήρωση της συλλογής στοιχείων και για την εκπαίδευση νέων σπηλαιολόγων. Επαναλήφθηκε το 1964 και 1965. Η έρευνα και χαρτογράφηση του σπηλαίου του Δράκου κλιμακώθηκε το 1966 και ολοκληρώθηκε το 1969 από κλιμάκιο της Ε.Σ.Ε. με επικεφαλής τον Κ. Παλληκαρόπουλο, ο οποίος παράλληλα εκπόνησε προμελέτη τουριστικής αξιοποίησης του σπηλαίου.

Ακολούθησαν και άλλες εξερευνήσεις, οι οποίες ενίσχυαν πάντα την άποψη περί καταλληλότητας του σπηλαίου για αξιοποίηση.

Αρχίζει έτσι σιγά-σιγά να ωριμάζει στην τοπική κοινωνία η άποψη για την ανάγκη αξιοποίησης της σπηλιάς και με συνεχή δημοσιεύματα να ασκείται πίεση προς την κατεύθυνση αυτή.

Το 1995, αρμόδιοι υπάλληλοι της Εφορείας Σπηλαιολογίας του Υπ. Πολιτισμού, προσκεκλημένοι από τον Δήμο, διενεργούν ερευνητική είσοδο στην σπηλιά και με βάση την παλαιότερη προκαταρκτική μελέτη τουριστικής αξιοποίησής από τον πολιτικό μηχ. κ. Παλληκαρόπουλο, ερασιτέχνη σπηλαιολόγο σε συνεργασία με τον Σύλλογο «Φίλοι του Περιβάλλοντος», υποβάλλουν επίσημο πόρισμα για την καταλληλότητα και την δυνατότητα αξιοποίησης.

Στην συνέχεια ο Δήμος Καστοριάς στρέφεται στην αναζήτηση πόρων για την εκπόνηση της οριστικής μελέτης. Οι πόροι εξασφαλίστηκαν από το Υπουργείο Μακεδονίας Θράκης και ανατέθηκε η εκπόνηση της μελέτης με επικεφαλής καστοριανούς μελετητές και επιβλέποντες της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου. Η μελέτη περιλάμβανε όλες τις απαραίτητες επί μέρους κατηγορίες μελετών, τοπογραφική, αρχιτεκτονική, στατική, ηλεκτρομηχανολογική, μελέτη ειδικών στερεωτικών εργασιών, υδραυλική, περιβαλλοντική και διαχείρισης. Στην συνέχεια το έργο «Αξιοποίηση Σπηλαίου Δράκου Καστοριάς», εντάχθηκε στο Π.Ε.Π. Δυτ. Μακεδονίας.

Το 1998 εγκρίθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού η προμελέτη τουριστικής αξιοποίησης και οι εργασίες ξεκίνησαν τελικά το 2007. Την spilaiodrakou2κατασκευή του έργου ανέλαβε η Κοινοπραξία «Τελιγιωρίδης-Φελεκίδης ΑΤΕ» με συνεπίβλεψη της Εφορείας Παλαιοανθρωπολογίας – Σπηλαιολογίας Βόρειας Ελλάδος.

Όλες οι προβλεπόμενες εργασίες, προκειμένου το σπήλαιο να γίνει επισκέψιμο καθώς και η διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου και των κτισμάτων που εξυπηρετούν την όλη λειτουργία του Σπηλαίου, υλοποιήθηκαν με ήπιες μεθόδους παρέμβασης ειδικά στο εσωτερικό προκειμένου να μην αλλοιωθεί ο πλούσιος σταλακτιτικός διάκοσμος, ενώ οι εξωτερικές παρεμβάσεις έχουν αρχιτεκτονικό χαρακτήρα που σέβεται την ντόπια αρχιτεκτονική παράδοση με χρήση ντόπιων υλικών στις όψεις, πέτρα ξύλα και ένθετα διακοσμητικά κεραμικά. Το Σπήλαιο του Δράκου άνοιξε τις πύλες του για το κοινό στις 13 Δεκεμβρίου 2009 και εγκαινιάστηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2009 από τον Υπουργό Πολιτισμού και Τουρισμού κ. Γερουλάνο και τον Πρόεδρο της Βουλής κ. Πετσάλνικο.

Ο μύθος

"Πριν από πολλούς αιώνες η μεγάλη σπηλιά που βρίσκεται πριν από το μοναστήρι της Μαυριώτισσας ήταν χρυσορυχείο και το φύλαγε ένας δράκος που ανέπνεε και έβγαζε από το στόμα του φλόγες και δηλητηριασμένους ατμούς.

Ύστερα από το κτίσιμο της Καστοριάς (Ή’ ή Ι’ αιώνας) ο πρώτος βασιλιάς ο Κάστωρ, θέλοντας να διασκεδάσει τον φιλοξενούμενο αδελφό του Πολυδεύκη και τον πεθερό του Κέλι ιερέα του θεού, απεκάλυψε το τεράστιο αυτό σπήλαιο. Η παρουσία όμως του δράκου τους εμπόδιζε την προσέγγιση στη σπηλιά.. Τότε ο βασιλιάς υπεσχέθη μεγάλα δώρα σ’αυτόν που θα σκότωνε τον δράκο. Ένας νέος δυνατός παρουσιάστηκε. spilaiodrakou3Επηκολούθησε άγρια πάλη με τον δράκο. Χτυπώντας τον με το κοντάρι του έτρεμαν οι γύρω βράχοι και αναταράζονταν τα νερά της λίμνης. Το τέρας κτυπήθηκε και έπλεε νεκρό επάνω στα νερά της λίμνης. Πανηγύρισαν το γεγονός και ευχαριστίαι ανεπέμφθησαν στον Πάνα. Και κατόπιν με αναμμένους δαυλούς προχώρησαν στη σπηλιά με σκυφτά τα κεφάλια τους για να μην κτυπήσουν τους σταλακτίτες. Το βάθος εκτεινόταν σε χιλιόμετρα και η ατμόσφαιρα γινόταν πνιγηρή από έλειψιν οξυγόνου. Σε ένα μέρος που η σήραγγα στενεύει έσβησαν οι δαυλοί και πηχτό σκοτάδι τους σφιχταγκάλιασε όλους. Τότε άκουσαν μια απόκοσμη φωνή να λέει : ΄΄ εκείνος που θα σκύψει να πάρει μια χούφτα της λάσπης που πατάει θα μετανοιώσει ΄΄. Οι πιο θαρετοί έσκυψαν και επήραν λάσπη και εγέμισαν τους κόρφους τους. Οι άλλοι φοβήθηκαν και δεν τόλμησαν να πάρουν. Όταν βγήκαν στο φως του ηλίου εκείνοι που κρατούσαν τη λάσπη είδαν με έκπληξη πως κρατούσαν υγρή χρυσόσκονη…"

Έτσι περιγράφει ο λαογράφος Δ. Γιαννούσης ( Ακρόπολη, 11-7-54) την παράδοση σχετικά με το Σπήλαιο του Δράκου.

end faq

Περιφερειακή Ενότητα Κοζάνης

Μακεδονικός τάφος

Ο μακεδονικός τάφος στη Σπηλιά Εορδαίας βρίσκεται σε απόσταση τριών χιλιομέτρων από το ομώνυμο χωριό.
Είναι διθάλαμος, με μνημειακή πρόσοψη δωρικού ρυθμού και ελεύθερο αέτωμα που κρύβει την καμάρα. Τέσσερις δωρικοί ημικίονες αποτελούν τα εικονικά στηρίγματα του θριγκού, ενώ ανάμεσά τους υπάρχουν ανάγλυφες ασπίδες με γραπτή φυτική διακόσμηση.
Ο μακεδονικός τάφος της Σπηλιάς εντοπίστηκε το 1987. Αυτός o τάφος, που εντοπίστηκε κοντά στα άλλα δύο ταφικά μνημεία, βρέθηκε ασύλητος, ένας από τους λίγους ασύλητους που έχουν βρεθεί σε όλη τη Μακεδονία, και περιλάμβανε κτερίσματα, όπως πήλινα αγγεία, και ειδώλια και λίγα μεταλλικά αντικείμενα.

 

Αρχοντικά στη Σιάτιστα

Στη Σιάτιστα υπάρχουν τα περισσότερα και πλουσιότερα τοιχογραφημένα αρχοντικά της Μακεδονίας. Τα αρχοντικά αυτά είναι δημιουργήματα και  κατάλοιπα του αστικού τρόπου ζωής που δέχτηκαν  οι Σιατιστινοί κοσμοπολίτες  πραγματευτάδες και έμποροι στους χώρους εγκατάστασής τους και της κουλτούρας που βίωσαν στις επαφές που είχαν με τα αστικά και πολιτιστικά κέντρα της Κεντρικής Ευρώπης. Παράλληλα όμως τα αρχοντικά είναι αριστουργήματα της  μακεδονικής λαϊκής αρχιτεκτονικής και «εκθετήρια» των ιδεολογικών στόχων που αποτυπώθηκαν στην εικαστική διακόσμηση από τους παραγγελιοδότες ιδιοκτήτες τους.     
Τα πιο σπουδαία και αντιπροσωπευτικά  σωζόμενα αρχοντικά χρονολογούνται  μεταξύ των ετών  1740 και 1780 (Πούλκως, Μανούση, Νερατζόπουλου, Κανατσούλη), αν και αξιόλογα  δείγματα υπάρχουν και από τον 19ο αιώνα (Δόλγκηρα). Ο ζωγραφικός διάκοσμος έχει  θεματογραφική και τεχνοτροπική ποικιλία. Απόψεις πόλεων  ή του εθνικού μύθου (Κωνσταντινούπολη, Στήλες του Ολυμπίου Διός) προσωπογραφίες, μυθολογικά θέματα, διακοσμητικά μοτίβα. Οι ανθρωπόμορφες απεικονίσεις αναφέρονται σε πρόσωπα και θέματα εθνικού ενδιαφέροντος. Στο αρχοντικό του Μαλιόγκα, ανάμεσα σε άλλες μορφές απεικονίζεται  και το πορτρέτο του Ρήγα Φεραίου. Στο αρχοντικό του Κανατσούλη, οι μυθολογικές σκηνές στο μεσοπάτωμα βασίζονται  στο εγχειρίδιο ελληνικής μυθολογίας του Κοζανίτη Χαρίση Μεγδάνη, ενός διακεκριμένου λόγιου του Διαφωτισμού.

 

Προφήτης Ηλίας

Αξιόλογη είναι  η εκκλησία  του Προφήτη Ηλία, στον ομώνυμο λόφο, που χτίστηκε το 1701, ανακαινίστηκε το 1740 και τοιχογραφήθηκε  στα χρόνια 1740-1744 από τον αγιογράφο Αναστάσιο  Ιωάννου Καλούδη  και τα αδέρφια του από το Καπέσοβο Ιωαννίνων. Υπάρχει και εδώ η παράσταση της ρίζας του Ιεσσαί  με αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους. Στην εκκλησία του Προφήτη Ηλία  Σιάτιστας βρίσκεται και η μοναδική στον ελληνικό χώρο  παράσταση των αγίων Επταρίθμων (Μεθόδιος, Κλήμης, Ναούμ, Σάββας, Αγγελάριος και Γοράσδων). Η εκκλησία του Προφήτη Ηλία είναι η μόνη που δεν είναι επισκέψιμη λόγω στατικών προβλημάτων.

Άγιος Μηνάς 

Στο μέσον της Σιάτιστας, απέναντι από το Δημαρχείο, βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Μηνά, μια μονόχωρη βασιλική που χτίστηκε  το 1702 και τοιχογραφήθηκε το 1728. Στους παλιότερους ναούς της  πόλης περιλαμβάνονται επίσης ο ναός του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (1700),  των Δώδεκα Αποστόλων (1744), των Αγίων Ταξιαρχών (1798), του Αγίου Γεωργίου, με εντυπωσιακό περίστωο, και του Αγίου Χριστοφόρου (τέλη 18ου αιώνα)  και άλλοι νεώτεροι.

 

 

Αρχαίος οικισμός απ' την εποχή Σιδήρου

Σε άλλοτε υπερυψωμένο παραποτάμιο πλάτωμα, που σήμερα έχει κατακλυστεί από τα νερά της τεχνητής λίμνης Πολυφύτου, η Εφορεία εντόπισε κατοικήσεις της Νεολιθικής εποχής (γύρω στο 5.500 π.Χ.), της Πρώιμης Εποχής Σιδήρου που υπολογίζονται γύρω στο 1.100-1.000 π.Χ., των Ρωμαϊκών και των Βυζαντινών χρόνων (στην τελευταία περίοδο, η θέση χρησιμοποιήθηκε ως νεκροταφείο). Από την ανασκαφή ήρθαν στο φως μία πηλοκατασκευή της Νεολιθικής εποχής, τρεις μεγάλοι αποθηκευτικοί χώροι με πιθάρια της Πρώιμης Εποχής Σιδήρου, ένα λιθόκτιστο δίχωρο κτίριο πιθανότατα της ίδιας περιόδου με αψίδα στα νοτιοδυτικά και σωζόμενο μήκος 11,6 μέτρα, λάκκοι (πιθανότατα απορριμματικοί) των Ρωμαϊκών χρόνων και ταφές της Βυζαντινής Εποχής.

Οικισμός στη Λάβα Σερβίων

Σημαντικά ήταν και τα ευρήματα της ανασκαφής της Λ' Εφορείας στη θέση Κασιάνη Λάβας του δήμου Σερβίων, όπου εντοπίστηκε ο μόνος βεβαιωμένος οικισμός της Αρχαιότερης Νεολιθικής περιόδου 6.500-6.000 π.Χ. σε τόσο μεγάλο υψόμετρο (950 μέτρα). Ο οικισμός αυτός βρισκόταν πάνω στο μοναδικό φυσικό πέρασμα που ενώνει διαχρονικά τη Θεσσαλία με τη Δυτική Μακεδονία.

Βασιλική των κατηχουμένων, Σέρβια

Η βασιλική των Κατηχουμένων βρίσκεται στη βορειοδυτική γωνία της κάτω πόλης του κάστρου των Σερβίων και αποτελούσε τον επισκοπικό της ναό. Χρονολογείται γύρω στο 1000, αλλά δέχθηκε μετασκευές σε διάφορες φάσεις από το 12ο έως το 16ο αιώνα. Στο χώρο, όπου κτίστηκε ο ναός, υπήρχε προγενέστερο λατρευτικό οικοδόμημα των παλαιοχριστιανικών χρόνων (4ου-6ου αιώνα). Η ύπαρξή του διαπιστώνεται από τα λείψανα τοιχογραφικού διακόσμου, τα σπαράγματα τοιχογραφιών, την κεραμική, τα νομίσματα, τα σπαράγματα ψηφιδωτού δαπέδου και το πλήθος ψηφίδων, καθώς και από τα τμήματα της τοιχοποιίας που σώζονται στα πλάγια κλίτη και στην εξωτερική νοτιοδυτική πλευρά του νότιου κλίτους της βασιλικής.

Η βασιλική είναι τρίκλιτη με νάρθηκα και υπερυψωμένο κεντρικό κλίτος με φωταγωγό. Τα κλίτη χωρίζονται με τοίχους που διατρυπούνται από τέσσερα τοξωτά ανοίγματα. Στην πρώτη οικοδομική φάση το κεντρικό κλίτος στεγαζόταν με ξύλινη αμφικλινή στέγη και τα πλαϊνά με μονόρριχτη, ενώ το κεντρικό κλίτος επικοινωνούσε με τα πλαϊνά μέσω τριβήλου. Το μνημείο διασώζει τοιχογραφικό διάκοσμο σε τρία στρώματα. Το πρώτο είναι σύγχρονο με την πρώτη φάση του ναού, το δεύτερο χρονολογείται στο 13ο αιώνα, επί επισκόπου Μιχαήλ, ενώ το τρίτο, σπαράγματα του οποίου αποκαλύφθηκαν κατά τις τελευταίες ανασκαφικές έρευνες, μπορεί να τοποθετηθεί στο 15ο-16ο αιώνα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν, μεταξύ άλλων, τα σπαράγματα τοιχογραφιών που ανευρέθηκαν στο νότιο κλίτος, στο οποίο κατά την πρώιμη μεταβυζαντινή περίοδο λειτουργούσε παρεκκλήσι. Πρόκειται για τη μορφή Ένθρονου Χριστού Παντοκράτορα, τα χέρια μιας δεόμενης μορφής και τμήμα της μορφής του αγίου Δημητρίου, που συναποτελούν πιθανότατα παράσταση Δέησης. Οι τοιχογραφίες αυτές, σε συνδυασμό και με άλλα στοιχεία, όπως τα τμήματα δαπέδου στα δύο πλάγια κλίτη και το τρίτο στρώμα τοιχογραφιών που σώζεται στο βόρειο και νότιο κλίτος, πιστοποιούν τη λειτουργία της βασιλικής, στα πλάγια κλίτη τουλάχιστον, έως το 16ο-17ο αιώνα. Κατά τις ανασκαφικές έρευνες αποκαλύφθηκε και εκτεταμένο νεκροταφείο υστεροβυζαντινών χρόνων, που καταλάμβανε τα τρία κλίτη, καθώς και το χώρο του ιερού βήματος. Πρόκειται για τάφους κυρίως λακκοειδείς με συχνή χρήση φερέτρων, αλλά και κιβωτιόσχημους με πλήθος ανακομιδών. Η ποικιλία στην κατασκευή των τελευταίων και τα υλικά με τα οποία προστατεύεται η κεφαλή του νεκρού, σε συνδυασμό με τα συνοδευτικά αντικείμενα ή τα κοσμήματα, που φέρουν οι νεκροί, μας οδηγούν σε ενδιαφέροντα συμπεράσματα για τα ταφικά έθιμα της περιόδου.

Ο ναός σήμερα σώζεται σε ερειπιώδη μορφή. Στο πλαίσιο εκπόνησης της μελέτης αποκατάστασής του, κατά τα έτη 1995-2000 πραγματοποιήθηκαν στερεωτικές εργασίες, σωστικές εργασίες συντήρησης των τοιχογραφιών καθώς και ανασκαφές, που έφεραν στο φως πολύτιμα στοιχεία για την ιστορία του μνημείου.

Γέφυρα Μόρφης η πετρογέφυρο

Στην περιοχή Μπαλτώνικος - Λάκκος, σε υψόμετρο 800 μ., 2 χλμ. ανατολικά του οικισμού της Μόρφης, στην Επαρχία Βοΐου της Π.Ε. Κοζάνης, υπάρχει το τρίτοξο λιθόκτιστο γεφύρι, που επιτρέπει τη διάβαση του Πραμόριτσα, παραπόταμου του Αλιάκμονα. Η γέφυρα έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο με Υπουργική Απόφαση το 1995. Η κατασκευή της, σύμφωνα με μορφολογικά και κατασκευαστικά της στοιχεία, τοποθετείται στα τέλη του 18ου, με αρχές 19ου αιώνα.

Ο σκληρός ανοιχτογκρίζος ασβεστόλιθος που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή της εικάζεται ότι αποσπάστηκε από τον παρακείμενο βράχο. Αποτελείται από δύο συνεχή ισομεγέθη τόξα και ένα μικρότερο προς το νότο. Η κατασκευή αυτή προσδίδει στη διάβαση, που έχει μήκος 26 μ. και πλάτος 2,50 μ., κλίση ανηφορική από το νότο προς το βορρά. Η γέφυρα θεμελιώνεται στο νότιο άκρο της πάνω σε σκληρό έδαφος και στο βόρειο πάνω στο βράχο που υψώνεται απότομα στο σημείο αυτό αφήνοντας ένα στενό μονοπάτι προς το Βορρά. Για την ομαλή συνέχεια της κίνησης, ο κατά μήκος άξονας της γέφυρας στο βόρειο τμήμα της καμπυλώνεται στρίβοντας ανατολικά και δημιουργεί αμβλεία γωνία. Ενδιάμεσα τα τόξα στηρίζονται πάνω σε δύο βάθρα, τα οποία υψώνονται μέσα στη κοίτη του ποταμού. Τα βάθρα φέρουν νεροκόφτες από ορθογώνιους λίθους και από τις δύο πλευρές. Πάνω από το ένα βάθρο, μεταξύ των δύο μεγαλύτερων τόξων, υπάρχει ανακουφιστικό άνοιγμα. Η δόμηση των τόξων γίνεται σε δύο επάλληλες σειρές με μεγάλους ορθογώνιους λίθους. Η κάτω σειρά λίθων εισέχει 3,5 εκ. Στα εσωρράχια η κατασκευή δεν είναι ιδιαίτερα επιμελημένη καθώς χρησιμοποιούνται και μικρότεροι λίθοι. Η λιθοδομή της βόρειας όψης της γέφυρας είναι ανάντι του ποταμού περισσότερο επιμελημένη με πέτρες πελεκητές σχεδόν ορθογώνιου σχήματος, τοποθετημένες σε οριζόντιες σειρές, με χρήση λίγων μικρότερων σαν σφήνες. Αντίθετα στη νότια όψη χρησιμοποιούνται αργοί λίθοι με πολλές μικρότερες σφήνες. Σαν συνδετικό υλικό χρησιμοποιείται ασβεστοκονίαμα. Η διάβαση είναι στρωμένη με ορθογώνιους λίθους που τοποθετούνται σε σειρές κατά πλάτος. Μεταξύ των λίθων του επάνω τόξου τοποθετούνται σε αποστάσεις έντονα επιμήκεις λίθοι (αρκάδες), που προεξέχουν και οριοθετούν τη διάβαση δίνοντας την εντύπωση χαμηλού στηθαίου.

end faq

Περιφερειακή Ενότητα Φλώρινας

Ανεμόμυλος Αγ.Παντελεήμονα

Πρόκειται για ένα από τα παλαιότερα σωζόμενα κτίσματα του Δήμου, αφού χρονολογείται στα μέσα του 18ου αι. κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και έχει χαρακτηριστεί διατηρητέο μνημείο από τη 4η Εφορία Νεοτέρων Μνημείων. Η χωροθέτησή του σε κεντρικό υπερυψωμένο σημείο του οικισμού, καθώς και τα ιδιαίτερα αρχιτεκτονικά του χαρακτηριστικά καθιστούν τον ανεμόμυλο σημείο αναφοράς για ολόκληρη την περιοχή.

Ο ανεμόμυλος και το παρακείμενο μικρό παραδοσιακό μπακάλικο διαμορφώθηκαν ως Κέντρο Πληροφόρησης για τις λίμνες Βεγορίτιδα και Πέτρων, όπου ο επισκέπτης ενημερώνεται για την περιοχή μέσα από κείμενα, ψηφιακές εικόνες, εκπαιδευτικό  παιχνίδι και ταινία.

Ασκηταριά

Πιο μακριά από τον οικισμό Ψαράδες, στα παράλια της Μεγάλης Πρέσπας, διατηρούνται λείψανα και άλλων μικρών μοναστικών ιδρυμάτων, όπως το ασκηταριό της Μεταμόρφωσης του 13ου αιώνα, από το οποίο σώζονται η μικρή μονόχωρη καμαροσκέπαστη εκκλησία και ορισμένα ίχνη από τα κελιά των μοναχών, και το ασκηταριό της Μικρής Ανάληψης, μικρή μονόχωρη καμαροσκέπαστη εκκλησία κτισμένη σε μια εσοχή του βράχου, όπου διατηρείται ζωγραφική του τέλους του 14ου αι. Το μνημείο πρόσφατα αναστηλώθηκε από την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Τέλος, στο ασκηταριό της Θεοτόκου Ελεούσας, που είναι και το μεγαλύτερο, από το εκτεταμένο συγκρότημα κελιών και άλλων βοηθητικών χώρων μέσα στο τεράστιο σπήλαιο διατηρείται σήμερα μόνο η μονόχωρη καμαροσκέπαστη εκκλησία με πλούσια ζωγραφική απομίμηση κεραμοπλαστικού διακόσμου στην όψη. Κτίστηκε από τον ιερομόναχο Σάββα και τους μοναχούς Ιάκωβο και Βαρλαάμ το 1410, σύμφωνα με τη σχετική κτητορική επιγραφή, ενώ τις τοιχογραφίες, που συνιστούν ένα από τα σημαντικότερα ζωγραφικά σύνολα της πρώιμης τουρκοκρατίας στη Δυτική Μακεδονία, ζωγράφισε ο ιερομόναχος Ιωαννίκιος.

Βυζαντινά - Μεταβυζαντινά μνημεία Πρεσπών

Παρά την γεωγραφική απομόνωση και αραιοκατοίκηση των Πρεσπών, η βυζαντινή και μεταβυζαντινή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική της περιοχής παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Εκτός από τη βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στη νότια πλευρά του ομώνυμου νησιού σώζονται τα ερείπια του ναού των Αγίων Αποστόλων (11ος – 12ος αι.), μιας μικρής τρίκλιτης βασιλικής με νάρθηκα. Τα λείψανα οχύρωσης γύρω από το ναό, καθώς και ένα ελληνιστικό κτίσμα, μια ρωμαϊκή επιγραφή και δύο παλαιοχριστιανικοί κίονες φανερώνουν τη συνεχή χρήση του χώρου από την ελληνιστική αρχαιότητα (στο σημείο αυτό τοποθετείται η αρχαία πόλη Λύκα) μέχρι τα βυζαντινά χρόνια. Ακόμα, ο κοιμητηριακός ναός του Αγίου Γεωργίου (15ος αι.) ξεχωρίζει για τις τοιχογραφίες του που συνιστούν χαρακτηριστικό δείγμα λαϊκότροπης εκκλησιαστικής ζωγραφικής της περιοχής. 

Ένα από τα παλαιότερα (αρχές του 11ου αι.) και σημαντικότερα μνημεία εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της περιοχής βρίσκεται στον Άγιο Γερμανό. Πρόκειται για ένα μικρό σταυροειδή εγγεγραμμένο ναό με τρούλο και νάρθηκα, ο οποίος ήταv αφιερωμένος στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανό. Εκτός από το αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον, ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει ένα συνοπτικό πανόραμα βυζαντινής και μεταβυζαντινής αγιογραφίας, αφού στο εσωτερικού του ναού σώζονται αλλεπάλληλα στρώματα τοιχογραφιών, τα οποία καλύπτουν χρονολογικά επτά αιώνες (11oς - 18ος). Θα μπορούσε κανείs να συνεχίσει επί μακρόν την περιήγηση στα μνημεία της Πρέσπας, παρατηρώντας την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική μορφή και τον πλούσιο κεραμοπλαστικό διάκοσμο του τρίκογχου ναού του Αγίου Νικολάου στην Πύλη (14ος αι.) θαυμάζοντας την πολυχρωμία και τη δραματικότητα των σκηνών στις τοιχογραφίες του Αγίου Νικολάου στο Πλατύ (1591). Παρ' όλα αυτά, ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα και μοναδικά στοιχεία της περιοχής είναι οι βραχογραφίες και τα ασκηταριά στις απότομες όχθες της Μεγάλης Πρέσπας, σημάδια της έντονης παρουσίας μικρών μοναστικών κοινοτήτων και αναχωρητών. Η Παναγία η Ελεούσα (1373 μ.Χ.) και η Παναγία n Βλαχερνίτισσα (1455/6) αποτελούν τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα βραχογραφιών, τις οποίεs μπορεί κανείς να δει μέσα από τη βάρκα στον μικρό κόλπο των Ψαράδων.

Ακόμα πιο εντυπωσιακά είναι τα τρία καλύτερα σωζόμενα ασκηταριά στον απότομο βράχο που υψώνεται πάνω από την όχθη tηs λίμνης. Το πρώτο από τα δύο που συναντά ο επισκέπτης στην περιήγηση του με βάρκα είναι το ασκηταριό της Μεταμόρφωσης (13os αι.), από το οποίο σώζονται η μικρή μονόχωρη καμαροσκέπαστη εκκλησία και ορισμένα ίχνη από τα κελιά των μοναχών. Στη συνέχεια, μπορεί κανείς να δει τα ερείπια του ασκηταριού της Mικρής Ανάληψης (15ος αι.), από το οποίο σώζονται κάποια στοιχεία τοιχογραφιών τnς κόγxης του ιερού.

Το πληρέστερα σωζόμενο είναι το ασκηταριό της Παναγίας Ελεούσας (αρχές 15ου αι.), το οποίο βρίσκεται σε μια σπηλιά με σχετικά μεγάλο άνοιγμα. Ο μικρός μονόχωρος ναός με ημιεξαγωνική κόγχη είναι κατάκοσμος με τοιχογραφίες, με χαρακτηριστικότερη αυτήν της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας στο τόξο πάνω από την είσοδο. Η επιγραφή πάνω από τη μικρή πόρτα μας πληροφορεί για τους μοναχούς - κτήτορες του ναού, τον άρχοντα της περιοχής Βουλκασινό και την ακριβή ημερομηνία οικοδόμησης (1409/10).

Άγιοι Απόστολοι

Εκτός από τη βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στη νότια πλευρά του ομώνυμου νησιού σώζονται τα ερείπια του ναού των Αγίων Αποστόλων (11ος – 12ος αι.), μιας μικρής τρίκλιτης βασιλικής με νάρθηκα. Τα λείψανα οχύρωσης γύρω από το ναό, καθώς και ένα ελληνιστικό κτίσμα, μια ρωμαϊκή επιγραφή και δύο παλαιοχριστιανικοί κίονες φανερώνουν τη συνεχή χρήση του χώρου από την ελληνιστική αρχαιότητα, στο σημείο αυτό τοποθετείται η αρχαία πόλη Λύκα, μέχρι τα βυζαντινά χρόνια.

Παναγία Πορφύρα

Από τα σημαντικότερα μνημεία στο νησάκι και στην ευρύτερη περιοχή είναι ο ναός της Παναγίας Πορφύρας, μονόχωρη εκκλησία με μεταγενέστερο νάρθηκα, που αποτελούσε το καθολικό ερειπωμένης σήμερα μονής. Στο εσωτερικό διατηρείται τοιχογραφικός διάκοσμος σε δύο φάσεις: στα 1524 χρονολογούνται οι τοιχογραφίες του δυτικού τοίχου του κυρίως ναού, ενώ στα 1741 διακοσμήθηκε ο πρόσθετος χώρος του νάρθηκα από τους αδελφούς ζωγράφους Κωνσταντίνο και Αθανάσιο από την Κορυτσά.

Εκκλησίες

Ο 19ος αι. αντιπροσωπεύεται από πολλά αρκετά καλά διατηρημένα εκκλησιαστικά μνημεία, τα οποία διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: μονόχωροι δρομικοί ναοί και τρίκλιτες ξυλόστεγες βασιλικές. Στην περιοχή των Πρεσπών αξιόλογα μνημεία της πρώτης κατηγορίας είναι ο Άγιος Αθανάσιος στην Καλλιθέα, ο Άγιος Αθανάσιος στην Οξυά, ο Άγιος Αθανάσιος στον Άγιο Γερμανό (1816), η Αγία Παρασκευή (1868) και ο Άγιος Αθανάσιος στη Μικρολίμνη (1908), ενώ στη δεύτερη κατηγορία, εκτός από το δεύτερο ναό του Αγίου Γερμανού στον ομώνυμο οικισμό, αναφέρουμε την Αγία Παρασκευή στο Λαιμό (1896), την Κοίμηση της Θεοτόκου στους Ψαράδες (1893), την Αγία Παρασκευή στον Πυξό (1899) κ.α. Αξιοπρόσεκτα χαρακτηριστικά των τρίκλιτων βασιλικών της περιοχής είναι η απουσία της ανοικτής εξωτερικής στοάς, τα εντοιχισμένα λιθανάγλυφα στην εξωτερική τοιχοποιία και η κατασκευή από μπαγδατί, σε σχήμα ημικυλινδρικής καμάρας, στην οροφή του κεντρικού κλίτους.

Μερικοί ακόμη αξιόλογοι ναοί του 19ου αι. από την Π.Ε. είναι ο Άγιος Νικόλαος στο Αμύνταιο (τρίκλιτη βασιλική του 1821), ο Άγιος Νικόλαος στο Τρίγωνο (τρίκλιτη βασιλική του 1866), ο Άγιος Νικόλαος στην Αγία Παρασκευή (τρίκλιτη βασιλική του 1856), ο Άγιος Αθανάσιος στο Ανταρτικό (τρίκλιτη βασιλική του 1864 ή του 1882), ο Άγιος Γεώργιος στη Δροσοπηγή (μονόχωρος δρομικός ναός του πρώτου τέταρτου του 19ου αι.), η Γέννησις της Θεοτόκου στις Κάτω Κλεινές (μονόχωρος δρομικός ναός του 1838) κ.α.

 

Για αναλυτικότερες πληροφορίες των ναών - μνημείων ανατρέξτε εδώ.

end faq

Εκτός από τη βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στη νότια πλευρά του ομώνυμου νησιού σώζονται τα ερείπια του ναού των Αγίων Αποστόλων (11ος – 12ος αι.), μιας μικρής τρίκλιτης βασιλικής με νάρθηκα. Τα λείψανα οχύρωσης γύρω από το ναό, καθώς και ένα ελληνιστικό κτίσμα, μια ρωμαϊκή επιγραφή και δύο παλαιοχριστιανικοί κίονες φανερώνουν τη συνεχή χρήση του χώρου από την ελληνιστική αρχαιότητα (στο σημείο αυτό τοποθετείται η αρχαία πόλη Λύκα) μέχρι τα βυζαντινά χρόνια. - See more at: http://www.florina.gr/%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82/%CE%9C%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%B1#sthash.e2gT9hEO.dpuf
Εκτός από τη βασιλική του Αγίου Αχιλλείου στη νότια πλευρά του ομώνυμου νησιού σώζονται τα ερείπια του ναού των Αγίων Αποστόλων (11ος – 12ος αι.), μιας μικρής τρίκλιτης βασιλικής με νάρθηκα. Τα λείψανα οχύρωσης γύρω από το ναό, καθώς και ένα ελληνιστικό κτίσμα, μια ρωμαϊκή επιγραφή και δύο παλαιοχριστιανικοί κίονες φανερώνουν τη συνεχή χρήση του χώρου από την ελληνιστική αρχαιότητα (στο σημείο αυτό τοποθετείται η αρχαία πόλη Λύκα) μέχρι τα βυζαντινά χρόνια. - See more at: http://www.florina.gr/%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82/%CE%9C%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CE%B1#sthash.e2gT9hEO.dpuf