Κοζάνη

Χάρτης Αρχαιολογικών Χώρων

Χάρτης Αρχαιολογικών χώρων στον Δήμο Κοζάνης

 

1 & 2. Αιανή: Αρχαία Πόλη - Νεκρόπολη / Αρχαιολογικό Μουσείο

Ο ιδρυτικός μύθος συνδέει άμεσα την πόλη Αιανή με τον ιδρυτή της Ελίμειας: Αιανή, πόλις Μακεδονίας, από Αιανού παιδός Ελύμου, το εθνικόν Αιαναίος (Στέφανος Βυζάντιος). Το όνομα της Αιανής συνδέεται ετυμολογικά με το επίρρημα αεί, αιεί (=πάντοτε) και η αναγραφή της σε δύο επιγραφές, εντοιχισμένες σε εκκλησίες της σύγχρονης κωμόπολης, οδήγησε στην αναζήτηση της πόλης, τη θέση της οποίας επιβεβαιώσαμε με την ανασκαφική έρευνα, όπως και το γεγονός ότι η Αιανή υπήρξε πρωτεύουσα του βασιλείου της Ελίμειας ή Ελιμιώτιδας.
Η αρχαία Αιανή αναπτύσσεται στο λόφο της Μεγάλης Ράχης, όπου η ζωή άρχισε στη Νεολιθική Εποχή και συνεχίστηκε ως τον 1ο αιώνα π.Χ. Αποκαλύφθηκαν κατοικίες και οικοδομήματα με δημόσιο χαρακτήρα που διαμορφώνουν την εικόνα μιας πόλης με οικιστική οργάνωση και πολιτική ανάπτυξη από τα υστεροαρχαϊκά και κλασικά χρόνια (αρχές 5ου - 4ος αι. π.Χ., ενώ και ο 6ος αι. αντιπροσωπεύεται με κεραμεική), γεγονός που τεκμηριώνει την άποψή μας ότι υπήρχαν ακμαίες και οργανωμένες πόλεις στην Άνω Μακεδονία πολύ πριν από την ενοποίηση του μακεδονικού ελληνισμού από τον Φίλιππο Β' (359-336 π.Χ.), στον οποίο οι ιστορικοί απέδιδαν την ίδρυση των πρώτων πόλεων- αστικών κέντρων.
Συγχρόνως η αποκάλυψη μνημειακών χτιστών τάφων αλλά και απλών λακκοειδών του 6ου και 5ου αι. π.Χ. με πλούσια κτερίσματα, φώτισε δύο αιώνες πρώιμης ιστορίας των Μακεδόνων. Παράλληλα ακόμη πρωιμότερα ευρήματα έδωσαν νέα δεδομένα για την Ύστερη Εποχή Χαλκού (16ο – 11ο αι. π.Χ.), αναφορικά και με την παρουσία των βορειοδυτικών ελληνικών φύλων, στα οποία ανήκαν και οι Μακεδόνες, οι οποίοι κατεβαίνοντας στο νότο ονομάστηκαν Δωριείς, καθώς και για τη μυκηναϊκή παρουσία στην περιοχή, από την οποία συμπεραίνουμε ότι ο μυκηναϊκός κόσμος δεν ήταν αποκομμένος από την Άνω Μακεδονία έχοντας ακραίο όριο προς βορράν τη Θεσσαλία.

Η Αιανή, όντας πρωτεύουσα ενός ισχυρού βασιλείου, έχει ακμάσει στην αρχαιότητα. Σήμερα είναι ένα όμορφο μέρος με ένα καλά οργανωμένο και εξοπλισμένο Μουσείο και δύο αρχαιολογικούς χώρους (αρχαία πόλη και βασιλική νεκρόπολη) ανοιχτά στο κοινό. Εξαιρετικά πλούσια και πολλών περιόδων ευρήματα βρίσκονται στο κέντρο του επιστημονικού, αρχαιολογικού και ιστορικού, ενδιαφέροντος: μνημειώδη κτήρια, βασιλικοί τάφοι, αγάλματα, πολυάριθμα χρυσά, αργυρά και χάλκινα κοσμήματα, μεταλλικά αγγεία, μελανόμορφα και ερυθρόμορφα αγγεία, πήλινα και οστέινα ειδώλια, πρώιμες επιγραφές κ.ά.
Το Αρχαιολογικό Μουσείο Αιανής ιδρύθηκε με σκοπό να αναδείξει τον αρχαιολογικό πλούτο και το σημαντικό ιστορικό παρελθόν της αρχαίας πόλης που ήταν η πρωτεύουσα του ισχυρού αρχαίου βασιλείου της Ελίμειας. Η Αιανή βρίσκεται στη Δυτική Μακεδονία, στην περιοχή της Κοζάνης, η οποία χαρακτηρίζεται από έντονη βιομηχανική δραστηριότητα λόγω της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από τα λιγνιτωρυχεία. Το Μουσείο κλήθηκε να συμπληρώσει ένα μεγάλο κενό που υπήρχε στην πολιτιστική ανάπτυξη του τόπου καθώς και στην σύνδεσή του με το αρχαιολογικό και ιστορικό του παρελθόν.
Το Μουσείο είναι ένα σύγχρονο ερευνητικό ίδρυμα πανελλήνιας και διεθνούς εμβέλειας και φήμης. Το κτηριακό συγκρότημα έχει συνολικήέκταση 4.500 τ.μ. και περιλαμβάνει τον εκθεσιακό χώρο στον πρώτο όροφο έκτασης 1000 τ.μ. και το ισόγειο με αποθήκες κατάλληλα διαμορφωμένες ως προς την ασφάλεια και την αντιμετώπιση φθοράς από κλιματικές συνθήκες, εργαστήρια οργανωμένα και πληρέστατα εξοπλισμένα, γραφεία, βιβλιοθήκη, χώρους εξυπηρέτησης κοινού, ξενώνα και αίθουσα πολλαπλών χρήσεων. Τόσο οι χώροι του ισογείου όσο και ο όροφος της Έκθεσης έχουν διαμορφωθείκατάλληλα για να καταστούν προσβάσιμοι από τα άτομα που χρησιμοποιούν αμαξίδια ή είναι τυφλοί.Στο προαύλιο χώρο του Μουσείου, ο οποίος εκτείνεται σε 18.000 τ.μ. υπάρχουν δύο άνετα πάρκιν με κήπους, όπου υπάρχει μία έκθεση με σύγχρονα γλυπτά, τα οποία δημιουργήθηκαν ειδικά για το Μουσείο. Μερικά από τα Εκπαιδευτικά προγράμματα πραγματοποιούνται σε ημιυπαίθρια περιοχή. Υπάρχει επίσης ένας μικρός κήπος για εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται κυρίως στη διάρκεια του καλοκαιριού.

Η Έκθεση

Ο εκθεσιακός χώρος του Μουσείου της Αιανής περιλαμβάνει προθάλαμο με πωλητήριο, βεστιάριο, αίθουσα προβολών και έξι αίθουσες, ενώ η 7η μικρή αίθουσα προορίζεται για τις περιοδικές εκθέσεις ευρημάτων.
Η Έκθεση είναι δομημένη χρονολογικά και θεματικά και δόθηκε βαρύτητα τόσο στην επιστημονική παρουσίαση των ευρημάτων, ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των εξειδικευμένων επισκεπτών, όσο και στην ανάδειξη του εκπαιδευτικού χαρακτήρα των αρχαιοτήτων, ώστε να μυηθεί και ο πλέον ανυποψίαστος επισκέπτης σε βασικούς τομείς της αρχαίας ιστορίας και πολιτισμού.
Το εκθεσιακό πρόγραμμα οργανώνεται σε τρεις παράλληλους άξονες:
1. Στην ιστορική εξέλιξη της αρχαίας Αιανής, πρωτεύουσας της Ελιμιώτιδας, (ενός βασιλείου από τα ισχυρότερα της Άνω Μακεδονίας), και της ευρύτερης περιοχής από τα προϊστορικά μέχρι και τα ρωμαϊκά χρόνια.
2. Στις ενότητες των ευρημάτων που ήρθαν στο φως στους διάφορους τομείς της συστηματικής ανασκαφής (πόλη, νεκροταφεία, χώρα) αλλά και τα σύνολα που προέρχονται από σωστικές ανασκαφές.
3. Στην καθημερινή ζωή και τους θεσμούς στην αρχαιότητα, όπως προβάλλονται μέσα από τα αρχαιολογικά ευρήματα.

Έκθεση για τυφλούς και άτομα με προβλήματα όρασης.

Το Μουσείο φιλοξενεί επίσης μία μικρή έκθεση για άτομα με προβλήματα όρασης. Η Έκθεση περιέχει αντίγραφα μεγάλων γλυπτών και επιγραφές, αντίγραφα αγγείων, κοσμήματα και άλλα αντικείμενα. Οι τυφλοί μπορούν να διαβάζουν τις επιγραφές των ευρημάτων με τη μέθοδο μπραιγ και να αισθάνονται τα αντικείμενα.

Εκπαιδευτικά Προγράμματα

Με σκοπό να φέρουμε τους νέους κοντά στη δουλειά μας και να τους εξοικειώσουμε με τις αρχαιότητες της χώρας τους και με την ιστορία γενικότερα, καθιερώσαμε προγράμματα αρχαιολογικής εκπαίδευσης και εκδηλώσεις.
Με αυτό τον τρόπο προωθούμε τον εκπαιδευτικό και κοινωνικό ρόλο των αρχαιοτήτων, ενισχύοντας ένα μεθοδευμένο διάλογο με την πολιτιστική κληρονομιά και καταρτίζοντας 15 εκπαιδευτικά προγράμματα. Η προσέγγιση του ιστορικού παρελθόντος επιχειρείται μέσω των ευρημάτων της αρχαιολογικής έρευνας με τρόπο εύκολο, διασκεδαστικό και κατανοητό από τα παιδιά αλλά και τους μεγαλύτερους, οι οποίοι δεν έχουν τις ειδικές γνώσεις.

Πολιτιστικές Δραστηριότητες

Το Μουσείο μας ως πολιτιστικό ίδρυμα, υποστηρίζει εκδηλώσεις που χαρακτηρίζονται από πρωτοτυπία και μοναδικότητα. Φιλοξενώντας συνέδρια, διαλέξεις, σεμινάρια επιστημονικού ενδιαφέροντος και οργανώνοντας μια ποικιλία θεατρικών, ποιητικών και μουσικών εκδηλώσεων, καθώς και καλλιτεχνικές εκθέσεις ζωγραφικής, γλυπτικής και φωτογραφίας, αναδεικνύουμε τον εκπαιδευτικό και πολιτιστικό χαρακτήρα μας. Ιππικές πορείες που ακολουθούν αρχαίες διαδρομές πρέπει να αναφερθούν, καθώς και ο Δρόμος του Απολλοδώρου, μία αθλητική εκδήλωση που γίνεται κάθε καλοκαίρι με μεγάλη συμμετοχή.
Κατά την διάρκεια των δύο τελευταίων ετών, οπότε και ολοκληρώθηκε η Έκθεση, το Μουσείο ανταποκρίθηκε πλήρως στους σκοπούς της ίδρυσής του καλύπτοντας όχι μόνο τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας αλλά και της ευρύτερης περιφέρειας.
Σε αυτές τις κρίσιμες στιγμές για όλα τα πολιτιστικά ιδρύματα, πιστεύουμε ότι έχουμε την δυνατότητα να αναπτυχθούμε και να αντιμετωπίσουμε τις απαιτήσεις του μέλλοντος.


3. Αλιάκμονας - Τεχνητή λίμνη Πολυφύτου

Η αρχαιολογική έρευνα στην κοιλάδα του μέσου ρου του Αλιάκμονα –περιοχή τεχνητής λίμνης Πολυφύτου
Η αρχαιολογική έρευνα στην κοιλάδα του μέσου ρου του Αλιάκμονα επικεντρώνεται στην (πρώην) παραποτάμια ζώνη, από την Αιανή έως και το Βελβεντό, περιοχή που από το 1974 και εξής καλύπτεται από τα νερά της τεχνητής λίμνης Πολυφύτου. Η διάβρωση του χώρου από τα νερά της λίμνης είχε ως αποτέλεσμα τη διάλυση μεγάλου αριθμού άγνωστων μέχρι τότε αρχαιολογικών χώρων, καταγράφοντας μια από τις μεγαλύτερες πολιτισμικές καταστροφές, σε πανελλαδική τουλάχιστον κλίμακα.

koilada aliakmonaΑπό το 1985 και εξής, η αρμόδια για την περιοχή Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, έθεσε σε εφαρμογή ένα εκτεταμένο, αλλά με πενιχρές οικονομικές δυνατότητες σωστικό πρόγραμμα, που είναι σε εξέλιξη, με σκοπό να περισωθεί ό,τι είναι δυνατόν από τις αρχαιότητες του παραποτάμιου χώρου και τα στοιχεία που συνέθεταν τον πολιτισμό του. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει εντοπισμό των αρχαιολογικών χώρων και ανασκαφική έρευνα στους άμεσα πληττόμενους.
Από την έως τώρα επιφανειακή έρευνα είναι γνωστές 216 θέσεις, οικισμοί και νεκροταφεία. Οι 112 από αυτές βρίσκονται στις όχθες της τεχνητής λίμνης Πολυφύτου και πλήττονται σε ποικίλο βαθμό από τα νερά της λίμνης. Στην προϊστορική εποχή (7η-2η π.Χ. χιλιετία) ανήκουν 158 θέσεις και στους ιστορικούς χρόνους (1η π.Χ. χιλιετία έως και την εποχή της τουρκοκρατίας) 134, από τις οποίες οι 75 εντάσσονται στην αρχαϊκή, κλασική, ελληνιστική και ρωμαϊκή εποχή και οι 59 στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή.
Τα ευρήματα που ήρθαν στο φως μαρτυρούν την ανάπτυξη ενός αρχαιότατου και διαχρονικού πολιτισμού, με κύριο άξονα τον παραποτάμιο χώρο. Διαπιστώνεται πυκνή κατοίκηση της περιοχής ήδη από την αρχαιότερη νεολιθική, από το 6.500 π.Χ. περίπου, και καθ’ όλη τη διάρκεια των προϊστορικών και ιστορικών χρόνων, ενώ πρόσφατα ευρήματα, από την περιοχή Αιανής, ανάγουν την ανθρώπινη παρουσία στην παλαιολιθική εποχή.
Οι θέσεις που επιλέγονται για κατοίκηση διαφέρουν από περίοδο σε περίοδο, με μικρή, μεγαλύτερη ή παντελή απουσία χωροταξικής σύμπτωσης μεταξύ τους, υποδηλώνοντας διαφοροποιήσεις στα κριτήρια της εκάστοτε επιλογής. Η μεγαλύτερη διάρκεια ζωής ενός οικισμού δεν υπερβαίνει τη χιλιετία, ενώ πολλοί περισσότεροι είναι αυτοί που κατοικούνται για 300-500 χρόνια. Η διαχρονική κατοίκηση ορισμένων θέσεων, ιδιαίτερα πάνω σε φυσικά περάσματα, υποδηλώνει την ιδιαίτερη σημασία τους για τους κατοίκους της περιοχής και ανάγει τους αντίστοιχους οικισμούς σε σημαντικούς.
Τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα της νεολιθικής εποχής και των αρχών της εποχής χαλκού βεβαιώνουν την κατασκευή μικρών κυρίως πασσαλόπηκτων κτισμάτων, ενώ για τη νεολιθική υπάρχουν ενδείξεις και για διώροφα κτίρια. Αλλαγή στις αρχιτεκτονικές μορφές και στα υλικά δόμησης παρατηρείται από τις αρχές της 2ης π.Χ. χιλιετίας, από τη μέση εποχή χαλκού, περίοδος κατά την οποία αρχίζουν να κατασκευάζονται μεγάλα, επιμήκη οικήματα, με ή χωρίς εσωτερικές διαιρέσεις, με προστώο και λιθόκτιστα θεμέλια, ενώ αξιοσημείωτοι είναι και οι μεγάλοι πιθεώνες της πρώιμης εποχής σιδήρου, που εμφανίζονται σε κεντρικούς οικισμούς. Τον κανόνα για τους ιστορικούς χρόνους, αποτελούν τα μεγάλα λιθόκτιστα κτίσματα, κάποια από τα οποία, της ελληνιστικής εποχής, παραπέμπουν σε ιερά.
Τα ταφικά ευρήματα υποδηλώνουν διαφοροποιήσεις στις ταφικές πρακτικές και στην περί θανάτου ιδεολογία, όχι μόνο ανάμεσα στις διάφορες εποχές αλλά και μεταξύ σύγχρονων οικισμών. Οργανωμένα νεκροταφεία εμφανίζονται γύρω στο 2000 π.Χ., ενώ τα μέχρι τότε ευρήματα περιλαμβάνουν μεμονωμένες ταφές εντός οικισμών αλλά και ενδείξεις για μεταχείριση των νεκρών με τρόπο μη ανιχνεύσιμο αρχαιολογικά. Τη μακροβιότερη ταφική πρακτική αποτελεί ο ενταφιασμός, που κατά την προϊστορική εποχή γίνεται σε συνεσταλμένη στάση, ενώ η καύση είναι γνωστή ήδη από τη νεολιθική εποχή και εφαρμόζεται παράλληλα. Αξιοσημείωτη είναι η τυπολογική ποικιλία των τάφων, ίδιων ή διαφορετικών νεκροταφείων.

 

4. Σπάρτο - Δημ. Ενότητα Ελίμειας

Τοπική Κοινότητα Σπάρτου

Θέση: Δασύλλιο
ΔασύλλιοΣτον διαβρωμένο από τα νερά της τεχνητής λίμνης Πολυφύτου χώρο, το 1995 εντοπίστηκαν και ανασκάφηκαν, από την Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, διαλυμένα οικιστικά κατάλοιπα (λάκκοι και σκουρόχρωμες κυκλικές περιοχές) δύο οικισμών, της μέσης εποχής χαλκού (2000-1600 π.Χ.) και των βυζαντινών χρόνων.
Στην προϊστορική φάση κατοίκησης του χώρου ανάγεται μια συγκέντρωση καμένου οικοδομικού υλικού και οστράκων.

Στη βυζαντινή εποχή ανάγονται δύο λάκκοι, μέγιστης διαμέτρου 0,62μ. και μέγιστου βάθους 0,80μ. Το περιεχόμενό τους (κόκκαλα ζώων, όστρακα και στάχτες), υποδηλώνει την απορριμματική τους χρήση.




Θέση: Παλιόχανο
Η θέση εντοπίστηκε το 1995, κατά τη διάρκεια επιφανειακής έρευνας στην περιοχή, που διενήργησε η Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων. Βρίσκεται στην παραλίμνια περιοχή του Αλιάκμονα και πλήττεται από τα νερά της τεχνητής λίμνης Πολυφύτου.
palaimaxoΚατοικήθηκε κατά την αρχαιότερη νεολιθική (6.500-6000 π.Χ.), τη μέση εποχή χαλκού (2000-1600 π.Χ.), με οριζόντια μετακίνηση του οικισμού λίγα μέτρα νοτιότερα, καθώς και κατά τους ρωμαϊκούς και βυζαντινούς χρόνους, με τους αντίστοιχους οικισμούς να καταλαμβάνουν πολύ μεγαλύτερη έκταση. Στην απέναντι πλευρά του ρέματος, εντοπίζονται οικισμοί της νεότερης / τελικής νεολιθικής (5500-3000 π.Χ.), της πρώιμης εποχής χαλκού (3000-2000 π.Χ.) και των ελληνιστικών χρόνων (300-100 π.Χ.), επιβεβαιώνοντας την ιδιαίτερη σημασία της περιοχής, διαχρονικά, πιθανότατα λόγω της γεωγραφικής της θέσης πάνω στους δρόμους επικοινωνίας και κοντά σε ένα από τα σημαντικά ποτάμια περάσματα.
Το 1995 εντοπίστηκαν, μέσα στα όρια του οικισμού της μέσης εποχής χαλκού, τα διαλυμένα κατάλοιπα μιας ταφής της περιόδου, τα οποία και περισυλλέχθηκαν. Ο νεκρός ήταν ενταφιασμένος μέσα σε πιθοειδές αγγείο. Η ταφή φαίνεται πως ήταν άμεσα συνδεδεμένη με ένα από τα οικήματα του οικισμού, τμήμα του οποίου διασώθηκε και ανασκάφηκε την επόμενη χρονιά, το 1996.
Αποκαλύφθηκε τμήμα υπόγειου ή ισόγειου χώρου κατοικίας, η οποία καταστράφηκε από φωτιά. Είχε ευθύγραμμη κάτοψη και ήταν κατασκευασμένη από πηλό και ξύλα. Στο φυσικό επικλινές έδαφος, που αποτελούσε και το δάπεδο του σωζόμενου χώρου, είχαν ανοιχτεί αρκετοί μικροί, κωνικοί λάκκοι, για άμεση αποθήκευση ή στήριξη αποθηκευτικών αγγείων. Διασώθηκαν έξι από αυτούς, ο ένας από τους οποίους περιείχε απανθρακωμένα βελανίδια. Κάτω από το στρώμα καταστροφής βρέθηκαν δύο πήλινα κανθαρόσχημα αγγεία, υφαντικά βάρη, που μαρτυρούν την ενασχόληση των κατοίκων με την υφαντική τέχνη, και τμήματα πιθοειδών αγγείων. Η ραδιοχρονολόγηση τοποθετεί το κτίσμα στο 1880-1746 π.Χ.
Στον ίδιο χώρο εντοπίστηκε και ανασκάφηκε, το 2001, μια πιθανότατα σύγχρονη, διαβρωμένη, λακκοειδής ταφή. Ο νεκρός είχε ενταφιαστεί σε συνεσταλμένη στάση, προς τα δεξιά του, με προσανατολισμό βόρεια – νότια και με το κεφάλι στα βόρεια. Πρόκειται γιαμεμονωμένη ταφή της περιόδου, χωροθετημένη εντός του οικισμού, έξω ή δίπλα στην είσοδο κάποιου οικήματος, πρακτική συνηθισμένη κατά τη μέση εποχή χαλκού σε όλη την κοιλάδα του μέσου ρου Αλιάκμονα, αλλά και ευρύτερα.
Το 2001, ερευνήθηκαν επίσης δύο λάκκοι των βυζαντινών χρόνων, διαμέτρου 1,20μ. και μέγιστου βάθους 0,50μ. Περιείχαν κόκκαλα ζώων, όστρακα και υπολείμματα καύσης, περιεχόμενο που τους κατατάσσει στους απορριμματικούς.

 

5. Καισαρειά - Δημ. Ενότητα Ελίμειας

Τοπική Κοινότητα Καισαρειάς

Θέση: Άγιος Κωνσταντίνος

kostantinosΠεριορισμένης έκτασης δοκιμαστική ανασκαφή πραγματοποιήθηκε το 1995, από την Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, σε διαβρωμένο από τα νερά της τεχνητής λίμνης Πολυφύτου νεκροταφείο, γνωστό από παλιά στους κατοίκους της περιοχής, στη θέσηΆγιος Κωνσταντίνος Καισαρειάς.
Ανασκάφησαν 5 τάφοι, που αποτελούν τμήμα εκτεταμένου οργανωμένου νεκροταφείου, μεγάλο μέρος του οποίου έχει καταστραφεί από τη λίμνη. Το σύνολο των ανασκαφικών δεδομένων το χρονολογεί στους παλαιοχριστιανικούς χρόνους.
Διαπιστώθηκε η χρήση δύο τύπων τάφων, λακκοειδείς με καλυπτήριες πλάκες και κιβωτιόσχημοι. Οι νεκροί ήταν ενταφιασμένοι σε ύπτια θέση, με τα χέρια σταυρωμένα στην κοιλιακή χώρα. Ανάμεσα στους τάφους βρέθηκαν σωροί από οστά που ανήκουν πιθανότατα σε ανακομιδές καθώς και ένα πήλινο αγγείο των παλαιοχριστιανικών χρόνων, που πιθανόν αποτελούσε κτέρισμα κάποιας ταφής. Οι τάφοι είναι σταθερά προσανατολισμένοι δυτικά - ανατολικά, με το κεφάλι των νεκρών στα δυτικά. Σε μία αδιατάρακτη ταφή βρέθηκε ένα χάλκινο δαχτυλίδι, που αποτελούσε και το μοναδικό κτέρισμα.


Θέση: Παλιόκαστρο

 Στην ύστερη εποχή χαλκού (1600-1100 π.Χ.), ή ίσως στους χριστιανικούς χρόνους, είναι πιθανό με βάση τα μέχρι τώρα στοιχεία και τα χαρακτηριστικά που μπορεί να αποδώσει κανείς στην περίοδο αυτή, να ανήκει μία ταφή που εντοπίστηκε το 1995 στη θέση Παλιόκαστρο Καισαρειάς, κατά τη διάρκεια επιφανειακής έρευνας που διενήργησε η Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

paliokastroΒρίσκεται δίπλα σε οικισμό της ύστερης εποχής χαλκού, στους ανατολικούς πρόποδες του λόφου του Παλιόκαστρου, όπου αναπτύχθηκε ο γνωστός και σημαντικός οικισμός – κάστρο των υστερορωμαϊκών και βυζαντινών χρόνων. Η ταφή βρέθηκε διαβρωμένη από τα νερά της τεχνητής λίμνης Πολυφύτου, χωρίς να εντοπιστούν άλλοι τάφοι γύρω της. Δεν φαίνεται να ανήκει σε εκτεταμένο νεκροταφείο, το πιθανότερο είναι να πρόκειται για κάποια μικρή συστάδα τάφων. 

Πρόκειται πιθανότατα για λακκοειδή τάφο. Ο νεκρός ήταν ενταφιασμένος σε ύπτια θέση, με τα χέρια κατά μήκος του σώματος. Ήταν προσανατολισμένος βορειοανατολικά – νοτιοδυτικά, σχεδόν δυτικά - ανατολικά, με το κεφάλι στα νοτιοδυτικά. Κτερίσματα δεν βρέθηκαν.

 

6. Αιανή - Θέση Πολεμίστρα

aianiΗ θέση εντοπίζεται στην παραλίμνια περιοχή του Αλιάκμονα και πλήττεται από τα νερά της τεχνητής λίμνης Πολυφύτου.
Σε εκτεταμένο παραποτάμιο πλάτωμα, κάτω από παχύ στρώμα (4μ.) αλλουβιακών αποθέσεων, στην παρειά που σχηματίστηκε από τη διάβρωση της λίμνης, εκτός από τον από παλιά γνωστό οικισμό της πρώιμης εποχής χαλκού (3000-2000 π.Χ.), εντοπίστηκαν το 1994 δύο λιθόκτιστα κτίσματα της μέσης εποχής χαλκού (2000-1600 π.Χ.), σε ισάριθμα μικρότερα πλατώματα εκατέρωθεν του κεντρικού, καθώς και ένα νεκροταφείο της περιόδου, εντός των επιχώσεων του πρωιμότερου οικισμού. Κάποια ψηλότερα σημεία της περιοχής, σύμφωνα με τα επιφανειακά ευρήματα, φαίνεται πως κατοικήθηκαν κατά την ύστερη εποχή χαλκού (1600-1100 π.Χ. περίπου) και τη ρωμαϊκή εποχή (1ος αι. π.Χ.–3ος αι. μ.Χ.).
Το 1994 πραγματοποιήθηκε στην περιοχή, από την Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, συστηματική επιφανειακή έρευνα, σχεδίαση της στρωματογραφίας του οικισμού της πρώιμης εποχής χαλκού και ανασκαφή του ενός από τα δύο εντοπισμένα κτίσματα της μέσης εποχής χαλκού.
Το κτίσμα, του οποίου η αρχική φάση είχε καταστραφεί από φωτιά, είχε λιθόκτιστο θεμέλιο και κρηπίδα, σωζόμενου ύψους 0,80 μ., κατασκευασμένα με την τεχνική του «ψαροκόκαλου», αρκετά διαδεδομένη στην ευρύτερη περιοχή στο πρώτο μισό της 2ης π.Χ. χιλιετίας. Η ανωδομή του ήταν από πλιθιά. Είχε επιμήκη κάτοψη, μήκους μέχρι 11 μ., με βάση το σωζόμενο μήκος των 9 μ. του ενός μακρού τοίχου, και πλάτος 3μ. τουλάχιστον, προστώο στη μία (βόρεια) στενή πλευρά, διαστάσεων 1χ3 μ., και πιθανό προσανατολισμό βόρεια – νότια, με είσοδο στα βόρεια. Πάνω από το στρώμα καταστροφής του κτίσματος διασώθηκε τμήμα υστερότερου λίθινου κυκλικού περιβόλου.
Στη νοτιοδυτική γωνία του προστώου βρέθηκε εγχυτρισμός μικρού παιδιού. Ο νεκρός ήταν ενταφιασμένος μέσα σε πιθοειδές αγγείο, που είχε τοποθετηθεί έξω από το κτίσμα, κατά μήκος του ενός από τους εξωτερικούς τοίχους του, με προσανατολισμό Δ-Α. Το στόμιο του αγγείου βρισκόταν στα δυτικά και έκλεινε με μία πλακερή πέτρα. Ο νεκρός είχε τοποθετηθεί σε συνεσταλμένη στάση, προς τα δεξιά του, έβλεπε δηλαδή προς την πλευρά του σπιτιού, και με το κεφάλι προς το στόμιο του αγγείου. Κτερίσματα δεν υπήρχαν.
Η ραδιοχρονολόγηση τοποθετεί τα ευρήματα στο 1968-1765 π.Χ.
Από το οργανωμένο και εκτός του οικισμού νεκροταφείο της ίδιας περιόδου εντοπίστηκαν τέσσερις διαβρωμένες ταφές. Πρόκειται για τρεις εγχυτρισμούς (ένας σε πιθάρι και δύο παιδικές ταφές σε μικρότερα αγγεία) και μία λακκοειδή ταφή με καλυπτήριες πλάκες. Το πιθάρι και η λακκοειδής ταφή ήταν όμοια προσανατολισμένα ανατολικά - δυτικά, με το στόμιο του αγγείου στα ανατολικά, όπου και θα πρέπει να ήταν και το κεφάλι του νεκρού.
Από τα ταφικά αυτά κατάλοιπα, αλλά και τα υπόλοιπα της περιοχής, προκύπτουν για τημέση εποχή του χαλκού τα εξής:Συνηθίζεται, ίσως μόνο για τα παιδιά, η ταφή εντός των οικισμών, παράλληλα με τη χρήση εκτεταμένων οργανωμένων νεκροταφείων. Χρησιμοποιούνται τρεις τύποι τάφων, κιβωτιόσχημοι, λακκοειδείς με καλυπτήριες πλάκες ή τμήματα αγγείων και εγχυτρισμοί σε πιθάρια ή μικρότερα αγγεία. Οι τάφοι έχουν όμοιο προσανατολισμό. Χρησιμοποιείται παράλληλα ο ενταφιασμός και η καύση, άγνωστο με ποια κριτήρια, η δεύτερη όμως πρακτική σε πολύ μικρότερο ποσοστό. Οι νεκροί ενταφιάζονται σε έντονα συνεσταλμένη στάση, προς τα δεξιά ή προς τα αριστερά τους, πιθανόν ανάλογα με το φύλο, και στις περιπτώσεις των εγχυτρισμών με το κεφάλι προς το στόμιο του αγγείου. Οι νεκροί των οργανωμένων νεκροταφείων είναι συνήθως κτερισμένοι με ένα αγγείο και ελάχιστα κοσμήματα ή άλλα αντικείμενα.

 

7. Δρέπανο - Αγ. Ελευθέριος

Τοπική Κοινότητα Δρεπάνου
Δημοτική Ενότητα Ελλησπόντου
Θέση: Άγιος Ελευθέριος

Πρόκειται για σημαντικό οικισμό των ελληνιστικών χρόνων, που ιδρύθηκε σε ψηλό, οχυρό λόφο. Κατά τον ανασκαφέα της θέσης, Φ. Πέτσα, «το ύψωμα ... δεσπόζει του οροπεδίου της Κοζάνης ... ελέγχει τας παρά το Δρέπανον διόδους από του οροπεδίου της Ελιμείας προς Βορειοανατολάς και από των πεδιάδων της Εορδαίας προς Νότον, προς Σέρβια. Είναι πράγματι κλεις των διαβάσεων τούτων όσον και καταφύγιον εν ώρα κινδύνου, διότι και αέναος πηγή ύδατος υπάρχει υπό τους βράχους, οι οποίοι ως στεφάνη περιβάλλουν την κορυφήν του υψώματος…» Κατά τους ελληνιστικούς χρόνους «το ύψωμα οχυρώθη δια τείχους και απέκτησεν Ιερόν ή και Ιερά επί της κορυφής».
Δρέπανο - Αγ. ΕλευθέριοςΤο κορυφαίο πλάτωμα και η ανατολική πλαγιά του κατοικήθηκαν επίσης και κατά τη νεότερη / τελική νεολιθική περίοδο (5500-4000 π.Χ.) και την ύστερη εποχή χαλκού (1600-1100 π.Χ.), ενώ δύο ακόμα μικρότεροι οικισμοί, της πρώιμης εποχής χαλκού (3000-2000 π.Χ.) και της ύστερης εποχής χαλκού ή πρώιμης εποχής σιδήρου (1100-700π.Χ.), εντοπίστηκαν το 2004, κατά τη διάρκεια επιφανειακής έρευνας που πραγματοποίησε η Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων στην περιφέρεια του λόφου. Ο λόφος σήμερα είναι δενδροφυτεμένος, ενώ στο κορυφαίο πλάτωμά του υπάρχει ναός του Αγίου Ελευθερίου.
Μέχρι το 1934, από τη θέση ήταν γνωστό μόνο ένα αναθηματικό ανάγλυφο, το οποίο είχε παραδοθεί στον Έφορο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Κοζάνης και δημιουργό της Αρχ/κής Συλλογής της πόλης, Ν. Δελιαλή. Ο αρχαιολόγος Χ. Ι. Μακαρόνας, που το κατέγραψε, πληροφορείται την ύπαρξη ερειπίων αρχαίου τείχους στο λόφο και δηλώνει ότι και ο ίδιος είχε παρατηρήσει «άφθονα όστρακα, λαξεύματα επί βράχων, ερείπια τοίχων και άλλα τεκμήρια αξιόλογου οικισμού.»
Το 1964, κατά τη διάνοιξη οδού προς την κορυφή του λόφου του Αγίου Ελευθερίου, περισυλλέχθηκαν και μεταφέρθηκαν στην Αρχαιολογική Συλλογή Κοζάνης διάφορα αντικείμενα, ενώ το 1965 ο Έφορος Αρχαιοτήτων «Δυτικής Μακεδονίας» Φ. Μ. Πέτσας πραγματοποιεί στον οικισμό περισυλλογή επιφανειακού υλικού και ανασκαφική έρευνα μικρής έκτασης και σωστικού χαρακτήρα.
Συγκεκριμένα, ερευνήθηκαν ανασκαφικά οι εκσκαφές για διεύρυνση ή διάνοιξη οδών πάνω στο λόφο και για ισοπέδωση της κορυφής του. Η ανασκαφή έγινε σε τρία σημεία - τομείς. Ήρθαν στο φως λείψανα κτισμάτων – κατοικιών των ελληνιστικών χρόνων, κεραμική (όστρακα και αγγεία) και διάφορα άλλα ευρήματα της περιόδου, αγνύθες, σφονδύλια, πήλινα ειδώλια και άλλα. Από τον οικισμό προέρχονται επίσης πολλά αναθηματικά ανάγλυφα, τμήματα μαρμάρινων αγαλμάτων, πήλινος λουτήρας, κεραμική και μεταλλικά αντικείμενα. Τα λίγα προϊστορικά όστρακα και εργαλεία, ευρήματα που συγκεντρώθηκαν, ανάγουν την κατοίκηση του χώρου στους νεολιθικούς χρόνους. Επιφανειακά παρατηρήθηκε η ύπαρξη τείχους που περιβάλλει την ακρόπολη και περισυλλέχθηκαν ευρήματα των ελληνιστικών και προϊστορικών χρόνων.
Η αρχαιολόγος κ. Γ. Καραμήτρου - Μεντεσίδη, εντάσσει τον οικισμό στην κατηγορία αυτών «που αναπτύσσονται στα κορυφαία ή στα επάλληλα πλατώματα μεγάλων λόφων», στους οποίους εντοπίζονται τείχη αλλά και αναλημματικοί τοίχοι. Εκτιμά ότι θα πρέπει να αποσυνδεθεί από τις αρχαιότητες της πόλης της Κοζάνης, λόγω της μεγάλης απόστασής τους από αυτήν, και ότι η αντίστοιχη αρχαία πόλη θα πρέπει να αναζητηθεί στο χώρο που καταλαμβάνει η σύγχρονη ή στις παρυφές της.

 

8. Δρέπανο - Μεγ. Νησί Γαλάνης

Τοπική Κοινότητα Δρεπάνου
Δημοτική Ενότητα Ελλησπόντου
Στα βορειοανατολικά της τοπικής κοινότητας Δρεπάνου, στα βόρεια του οικισμού της Γαλάνης και στο κέντρο περίπου του πυθμένα της λεκάνης της Κίτρινης Λίμνης, βρίσκεται o προϊστορικός οικισμός που έγινε γνωστός ως Μεγάλο Νησί Γαλάνης. Πρόκειται για μια από τις χαμηλές τούμπες οι οποίες διακρίνονταν σαν νησιά, όταν η λεκάνη ήταν καλυμμένη από τα νερά του έλους Σαριγκιόλ.
Ο οικισμός αυτός, που εκτείνεται σε 90 περίπου στρέμματα, επιλέχτηκε να ανασκαφεί στο πλαίσιο ενός ερευνητικού προγράμματος με στόχο τη συστηματική συλλογή και αξιοποίηση όσο το δυνατόν περισσότερων πληροφοριών για το φυσικό και το ανθρωπογενές περιβάλλον στην περιοχή στη διάρκεια της προϊστορίας. Ήταν ουσιαστικά το πρώτο ερευνητικό πρόγραμμα στη Δυτική Μακεδονία που έθεσε τέτοιου είδους ζητήματα προς διερεύνηση. Το διάστημα μεταξύ 1987 και 1994, εκτός από την ανασκαφή, πραγματοποιήθηκε συστηματική επιφανειακή έρευνα σε τρεις, από τους δεκατέσσερις, γνωστούς τότε, νεολιθικούς οικισμούς, σε τμήματα του πυθμένα της λεκάνης και σε περιοχές του όρους Βέρμιο.
Στο Μεγάλο Νησί Γαλάνης ανασκάφηκαν στρώματα που δημιουργήθηκαν από τη μακρόχρονη κατοίκηση 1000 περίπου ετών, στη διάρκεια της Νεότερης ως τις αρχές της Τελικής Νεολιθικής Περιόδου, μεταξύ 5500 και 4500 π.Χ. περίπου. Η ίδια θέση εξακολούθησε να κατοικείται και σε μεγάλο μέρος της Εποχής του Χαλκού.
Το βασικό υλικό για την κατασκευή των οικημάτων ήταν ο τοπικός πηλός, που χρησιμοποιήθηκε για τοίχους και δάπεδα, και τα ξύλα, ενώ ορισμένες κατασκευές έφεραν και λεπτό λευκό επίχρισμα. Το πλήθος των ευρημάτων της ανασκαφής περιλαμβάνει κεραμικά προϊόντα, εργαλεία, ειδώλια, σφραγίδες, κοσμήματα και, στα υστερότερα ανασκαμμένα στρώματα, χρυσά αντικείμενα. Τα εισαγμένα αγγεία, τα εργαλεία που κατασκευάστηκαν από οψιανό της Μήλου, τα θαλάσσια όστρεα αποδεικνύουν την επικοινωνία των κατοίκων με μακρινές περιοχές της Βαλκανικής και του Αιγαίου. Από τη μελέτη των κινητών ευρημάτων προκύπτουν σημαντικές διαφοροποιήσεις ανάμεσα στις δύο φάσεις της Νεολιθικής Περιόδου που αντιπροσωπεύονται κυρίως στον οικισμό, τη Νεότερη και Τελική Νεολιθική. Επιπλέον, στην Τελική Νεολιθική δε χρησιμοποιείται πια ο πηλός σαν οικοδομικό υλικό αλλά μια συμπαγής λάσπη, με μεγάλη περιεκτικότητα σε άμμο και ασβέστιο, ένα τεχνητό κονίαμα δεμένο με πλέγμα κλαδιών.
Το Μεγάλο Νησί Γαλάνης παραμένει μέχρι σήμερα η μόνη ανασκαμμένη θέση στη Δυτική Μακεδονία με πλήρη στρωματογραφική ακολουθία από το τέλος της Μέσης και στη διάρκεια της Νεότερης Νεολιθικής, ακολουθία που σφραγίζεται από μια πλούσια φάση της Τελικής Νεολιθικής Περιόδου.

 

9. Κλείτος - Δημ. Ενότητα Ελλησπόντου

Τοπική Κοινότητα Κλείτου
Δημοτική Ενότητα Ελλησπόντου

Η τοπική κοινότητα Νέου Κλείτου εγκαταστάθηκε πρόσφατα στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα. Περιλαμβάνεται στους οικισμούς που μετατοπίστηκαν, προκειμένου να επεκταθούν τα λιγνιτωρυχεία της ΔΕΗ. Αρχικά βρισκόταν στα βορειοανατολικά της Κοζάνης, στις παρυφές του εύφορου κάμπου, τον οποίο ως τη δεκαετία του ΄50 κάλυπτε το έλος Σαριγκιόλ (Κίτρινη Λίμνη).
Σε μικρή απόσταση από τον παλιό οικισμό του Κλείτου η αρχαιολογική έρευνα αποκάλυψε δύο γειτονικούς προϊστορικούς οικισμούς («Κλείτος 1» και «Κλείτος 2»), που καλύπτουν χρονολογικά την ύστερη 6η και την 5η χιλιετία π.Χ. (Νεότερη και Τελική Νεολιθική περίοδος). Επίσης, ήρθαν στο φως κατάλοιπα διαχρονικής χρήσης του χώρου, τόσο στη Μέση και Ύστερη Εποχή του Χαλκού όσο και στα ιστορικά χρόνια, συγκεκριμένα στην ελληνιστική, ρωμαϊκή και πρώιμη βυζαντινή περίοδο. Η σωστική ανασκαφή προηγήθηκε της επέκτασης του λιγνιτωρυχείου του Νότιου Πεδίου και χρηματοδοτήθηκε από τη ΔΕΗ. Είχε διεπιστημονικό χαρακτήρα και πρωτοφανή κλίμακα, με ελάχιστα μέχρι σήμερα προηγούμενα όχι μόνο στον ελληνικό αλλά και στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο.
Ο οικισμός «Κλείτος 1» εκτείνεται σε 20 περίπου στρέμματα και χρονολογείται στην ύστερη 6η και στις αρχές της 5ης χιλιετίας π.Χ. Περιλαμβάνει τουλάχιστον 10 τετράπλευρα οικήματα, με εμβαδό ως 120 τ.μ., σε αραιή διάταξη. Είχαν κατασκευαστεί με ξύλινο σκελετό στερεωμένο σε πασσάλους και επενδυμένο με πηλό. Οι επιφάνειες των τοίχων ήταν επιχρισμένες και κάποια σημεία τους έφεραν αυλακωτό ή και γραπτό διάκοσμο με ποικίλα γραμμικά μοτίβα.
Μέσα στις κατοικίες υπήρχαν πηλόκτιστες κατασκευές για θέρμανση, φωτισμό, προετοιμασία της τροφής και αποθήκευση των αγαθών, δηλαδή εστίες, φούρνοι, «πλατφόρμες εργασίας», λάκκοι και μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία.
Ανάμεσα στα σπίτια και γύρω από τον οικοδομημένο χώρο βρέθηκαν μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία, απορριμματικοί λάκκοι και πολλές κατασκευές, μεμονωμένες ή σε μικρά σύνολα, τα οποία αντιπροσωπεύουν εργαστηριακές εγκαταστάσεις. Ερευνήθηκε επίσης ένας βαθύς λάκκος – πηγάδι, που περιείχε αγγεία κατάλληλα για την άντληση νερού και κομμάτια νωπού ξύλου, τα οποία μας δίνουν πολύτιμες πληροφορίες για το φυσικό περιβάλλον της περιοχής κατά τη νεολιθική περίοδο.
Τον «Κλείτο 1» οριοθετούσαν τάφροι και ξύλινοι περίβολοι, η λειτουργία των οποίων ήταν πιθανότατα πρακτική, χωροταξική και συμβολική. Αν και κατασκευάστηκαν τμηματικά και σε διάφορες περιόδους, είναι σημαντικά χωροοργανωτικά στοιχεία, που προϋποθέτουν συλλογική μέριμνα και προσπάθεια αλλά και σταθερότητα κοινωνικών πρακτικών σε βάθος χρόνου.
Ο χώρος γύρω από τον οικιστικό πυρήνα και μέχρι τις περιμετρικές τάφρους ίσως προοριζόταν για περιορισμένης κλίμακας καλλιέργειες ή και σταβλισμό ζώων, για κάθε είδους συλλογικές εκδηλώσεις και σίγουρα για την ταφή ορισμένων μελών της κοινότητας. Αποκαλύφθηκαν 16 ταφές, ενταφιασμοί και μία καύση, ανάμεσα στα σπίτια και στην περιφέρεια του οικισμού.
Ο οικισμός «Κλείτος 2» απέχει λιγότερο από 100 μ., εκτείνεται σε 2,5 μόλις στρέμματα και κατοικήθηκε στη διάρκεια της 5ης χιλιετίας π.Χ. Ερευνήθηκαν 4 οικήματα, κατασκευασμένα με τεχνικές δόμησης όμοιες με αυτές που εφαρμόστηκαν στον «Κλείτο 1», αλλά με μικρότερες κατά κανόνα διαστάσεις.
Το οίκημα 3 είχε εμβαδό 55 τ.μ., καταστράφηκε από φωτιά και διατηρήθηκε σε ασυνήθιστα καλή κατάσταση. Η στέγη του ήταν κατασκευασμένη με καλάμια καλυμμένα με πηλό και το εσωτερικό του ήταν χωρισμένο με πηλόκτιστους τοίχους σε τρεις άνισους χώρους. Στο πήλινο δάπεδο του κεντρικού χώρου διατηρήθηκε φούρνος, «θρανίο» ή πάγκος εργασίας, χρηστικά αγγεία και σκεύη και ένας μεγάλος σπασμένος πίθος, ο οποίος φαίνεται ότι περιείχε μεγάλη ποσότητα αποθηκευμένων προϊόντων. Από τους απανθρακωμένους σπόρους που βρέθηκαν σκορπισμένοι στο δάπεδο αναγνωρίστηκε σιτάρι, κριθάρι και λαθούρι.
Κάτω από τα δάπεδα των σπιτιών, ανάμεσα στα σπίτια και γύρω από τον οικισμό αποκαλύφθηκαν 14 ταφές, οι περισσότερες από τις οποίες ήταν αγγεία θαμμένα στο χώμα, με τα καμένα οστά των νεκρών στο εσωτερικό τους.
Από τους δύο οικισμούς προέρχονται τεράστιες ποσότητες νεολιθικής κεραμικής και εργαλείων (λίθινων, οστέινων και πήλινων), που χρησιμοποιήθηκαν για τον προσπορισμό και την κατεργασία των πρώτων υλών για κάθε είδους αρχιτεκτονικές κατασκευές, για την αγροτική καλλιέργεια και την επεξεργασία των προϊόντων της, για την υφαντική, το κυνήγι, την κατεργασία δερμάτων κ.ά. Βρέθηκαν επίσης πολλά ανθρωπόμορφα και ζωόμορφα ειδώλια και κοσμήματα κατασκευασμένα από διάφορες πέτρες, οστά ζώων ή πηλό. Μέσω οργανωμένων δικτύων ανταλλαγών έφταναν στον οικισμό κοσμήματα από θαλάσσια όστρεα αλλά και πρώτες ύλες για την κατασκευή εργαλείων κι άλλων αντικειμένων. Σπανιότερες είναι οι πήλινες σφραγίδες που φέρουν εγχάρακτα γραμμικά μοτίβα και τα μικρά πήλινα ομοιώματα σπιτιών ή εξαρτημάτων οικοσκευής, ενώ μοναδικά ευρήματα είναι μια οστέινη φλογέρα, ένα ανθρωπόμορφο ειδώλιο από θαλάσσιο όστρεο του είδους Spondylusgaederopusκαι μια οστέινη χτένα, η οποία μάλιστα είχε σπάσει και την είχαν αποκαταστήσει με χάλκινα καρφιά.
Από τη χρήση του ίδιου χώρου στην Εποχή του Χαλκού, από τα τέλη της 3ης ως τα τέλη της 2ης χιλιετίας π.Χ., διατηρήθηκαν μόνο κινητά ευρήματα. Τα περισσότερα βρέθηκαν μέσα σε μια τάφρο και σε λάκκους - αποθέτες.
Τα σημαντικότερα κατάλοιπα ιστορικών χρόνων είναι ένα μεγάλο λιθόκτιστο κτίριο αβέβαιου προορισμού, καθώς διατηρήθηκε μόνο η θεμελίωσή του, και ένα σύνολο 45 υστερορωμαϊκών τάφων.

 

10. Κοιλάδα - Θέση Ξεροπήγαδο

Τοπική Κοινότητα Κοιλάδας
Δημοτική Ενότητα Ελλησπόντου

Στη θέση Ξεροπήγαδο, στα βορειοδυτικά της τοπικής κοινότητας Κοιλάδας, σε σωστική ανασκαφή που προηγήθηκε της διάνοιξης της Εγνατίας οδού, αποκαλύφθηκε οργανωμένο νεκροταφείο της Εποχής του Χαλκού, ένα από τα ελάχιστα αυτής της περιόδου που ερευνήθηκαν συστηματικά και σε όλη τους την έκταση στο χώρο της Μακεδονίας. Το νεκροταφείο εκτεινόταν σε 1.500 τ.μ. Διατηρήθηκαν 214 τάφοι, που είχαν χρησιμοποιηθεί για την ταφή 222 ατόμων.
Οι περισσότεροι τάφοι ήταν λιθοπερίκλειστοι, δηλαδή λάκκοι όπου εναπόθεταν το νεκρό και τον πλαισίωναν με πέτρες. Βρέθηκαν επίσης κιβωτιόσχημοι τάφοι με τα τοιχώματά τους επενδυμένα σε αρκετό ύψος με αδούλευτες πέτρες. Αρκετοί κιβωτιόσχημοι μικρών διαστάσεων, που προορίζονταν για παιδιά, είχαν διαμορφωθεί με πλακαρές πέτρες, κατακόρυφα τοποθετημένες. Μια επίσης συχνή πρακτική ήταν να τοποθετείται ο νεκρός μέσα σε μεγάλο αποθηκευτικό πίθο ή σε μικρότερο πιθοειδές αγγείο, αν επρόκειτο για παιδί, ή να καλύπτεται απλώς με κομμάτια πήλινων αγγείων. Βρέθηκαν, τέλος, απλοί λακκοειδείς τάφοι, που περιείχαν μόνο το νεκρό και τα αντικείμενα που τον συνόδευαν.
Οι τάφοι είχαν καλυφθεί με χώμα ή με πέτρες. Στη δεύτερη περίπτωση σχηματιζόταν λιθοσωρός πάνω από την ταφή, ο οποίος ήταν ορατός και αποτελούσε το σήμα του τάφου. Υπάρχουν μάλιστα ενδείξεις ότι κάποιου είδους τελετουργίες λάμβαναν χώρα σε μια περιοχή του νεκροταφείου.
Από την ανθρωπολογική μελέτη των σκελετών προέκυψε ότι στο νεκροταφείο είχαν ταφεί άτομα και των δύο φύλων, όλων των ηλικιών. Τα περισσότερα είχαν ενταφιαστεί σε συνεσταλμένη, «εμβρυακή», θέση στο πλάι. Διαπιστώθηκε μάλιστα ότι εναπόθεταν τους νεκρούς με συγκεκριμένο τρόπο, ανάλογα με το φύλο τους: οι άντρες θάβονταν συνεσταλμένοι στη δεξιά πλευρά τους και οι γυναίκες στην αριστερή. Μόνο για 12 νεκρούς εφαρμόστηκε η καύση και οι περισσότεροι ήταν ανήλικοι. Μετά την αποτέφρωση, συνέλλεγαν τα περισσότερα οστά από την πυρά και τα τοποθετούσαν μέσα σε αγγεία, σε μικρούς κιβωτιόσχημους, λακκοειδείς ή λιθοπερίκλειστους τάφους.
Το νεκροταφείο δημιουργήθηκε από ένα οργανωμένο κοινωνικό σύνολο, το οποίο είχε θεσπίσει κανόνες για τη μεταχείριση των νεκρών, όπως αποδεικνύεται και από τον προσανατολισμό των τάφων. Οι περισσότεροι νεκροί είχαν ενταφιαστεί με το κεφάλι προς τα νότια ή προς τα νοτιοδυτικά. Σχεδόν όλοι οι τάφοι ήταν ατομικοί και ελάχιστοι περιείχαν δύο ή τρεις νεκρούς, ως επί το πλείστον νήπια και παιδιά. Αρκετοί όμως τάφοι ανοίχτηκαν πάνω ή πολύ κοντά σε αρχαιότερους, ίσως επειδή υπήρχε κάποια σχέση μεταξύ των νεκρών.
Μέσα στους τάφους τοποθετούσαν συνήθως μικρά πήλινα αγγεία (κύπελλα, οινοχόες ή φιάλες) κοντά στο κεφάλι του νεκρού. Εργαλεία και κοσμήματα είχαν κατασκευαστεί από χρυσό, άργυρο, χαλκό, οστά ζώων, πηλό, λίθο και θαλάσσια όστρεα. Βρέθηκαν επίσης τρία ενώτια κατασκευασμένα από ένα πολύ σπάνιο κράμα αργύρου και χρυσού. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι ίνες λινού υφάσματος που διατηρήθηκαν σε ασυνήθιστα καλή κατάσταση πάνω σε ένα χάλκινο εργαλείο. Ίσως προέρχονται από ένδυμα του νεκρού ή από ύφασμα με το οποίο είχε τυλιχτεί είτε ο νεκρός είτε το αντικείμενο που τον συνόδευε.
Η ραδιοχρονολόγηση δειγμάτων οστών έδειξε ότι το νεκροταφείο χρησιμοποιήθηκε μεταξύ 2500 και 1850 π.Χ. περίπου, δηλαδή στις ύστερες φάσεις της Πρώιμης και στο μεγαλύτερο μέρος της Μέσης Εποχής του Χαλκού, σε μια περίοδο ελάχιστα γνωστή στο δυτικομακεδονικό χώρο.
Ο ίδιος χώρος ξαναχρησιμοποιήθηκε στα τέλη του 5ου και στις αρχές του 6ου αι. μ.Χ. Τότε χρονολογείται ένα κτίριο, πιθανώς αγροικία, οι τοίχοι του οποίου είχαν κατασκευαστεί με αργούς λίθους και λάσπη στο κάτω μέρος και με πλιθιά ψηλότερα. Στο εσωτερικό του βρέθηκαν αποθηκευτικά αγγεία στη θέση τους και πολλά θραύσματα χρηστικής κεραμικής, σιδερένια εργαλεία, γυάλινα αγγεία και χάλκινα νομίσματα. Σ’ έναν από τους τοίχους είχε εντοιχιστεί ένα τμήμα μαρμάρινου ενεπίγραφου αναθηματικού αναγλύφου, που απεικονίζει τη θεά Άρτεμη.
Στην ίδια περίοδο ανήκουν 16 τάφοι, οι μισοί από τους οποίους περιείχαν ταφές παιδιών. Ήταν απλοί λακκοειδείς, ατομικοί και αρκετοί είχαν συληθεί. Στους υπόλοιπους βρέθηκαν πήλινες οινοχόες, περιδέραια με ψήφους από γυαλί και ήλεκτρο, χάλκινο ψέλιο και ενώτια, σιδερένιες πόρπες και δύο θησαυροί 60 και 62 χάλκινων νομισμάτων του 5ου και των αρχών του 6ου αι. μ.Χ.

 

end faq